Music Of The Day

Εκτακτες ειδήσεις

Ρεβεγιόν στην παλιά Αθήνα,


Φωτογραφία: ΕΛΚΗΝ

Ρεβεγιόν στην παλιά Αθήνα, σε κέντρα κοσμικά και λαϊκά

Πώς διασκέδαζαν κάποτε οι Αθηναίοι την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς; Ποια ήταν τα γιορτινά ήθη της εποχής; Τι έτρωγαν και ποιους καλλιτέχνες πήγαιναν να ακούσουν;

23.12.2025

Réveillon, η βραδιά που αγρυπνούμε περιμένοντας τον ερχομό της νέας χρονιάς. Σε μια νεοσύστατη χώρα όπου τα γαλλικά αποτελούσαν ένδειξη κοινωνικής καταξίωσης και καλλιέργειας, η λέξη ελληνοποιήθηκε, όπως και το νόημά της.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα στο ήδη ηλεκτροδοτημένο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», στην καρδιά της Αθήνας, πραγματοποιούνται τα πρώτα «βασιλικά» ρεβεγιόν. Ο θεσμός θα συνεχιστεί για δεκαετίες, με εξαίρεση φυσικά τα χρόνια του πολέμου και της γερμανικής κατοχής, καθώς και των ∆εκεμβριανών, φτάνοντας έως και τις μέρες μας. Τη μόδα θα ακολουθήσουν στη συνέχεια και άλλες τρανές επιχειρήσεις στην πρωτεύουσα (King George, Acropol Palace) και ανά την Ελλάδα (Μεντιτερανέ στη Θεσσαλονίκη, Villy’s Park στις Ιτιές Πατρών κ.ά.). Η ατμόσφαιρα σε αυτούς τους χώρους είναι αυτή που περιγράφει η αδρή πένα του Καραγάτση: «φράκα, σμόκιν, ανοιχτές τουαλέτες, διαμαντικά»¹.

ξενοδοχείο της ΘεσσαλονίκηςΤο ρεβεγιόν σταδιακά ξεκίνησε να δραπετεύει από τις αίθουσες των ξενοδοχείων και να εγκαθίσταται και σε κοσμικά κέντρα με φαγητό και ζωντανή μουσική. Άλλωστε, η συνοδεία του γεύματος με ορχήστρα, άσματα και χορό ήταν δεδομένη σε όλες τις περιπτώσεις. Προσωπικότητες του ελαφρού τραγουδιού πρωταγωνιστούν σε αυτές τις αγρύπνιες, τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά. Αποδεικτικό στοιχείο η φωτογραφία του 1952, όπου η 29χρονη Ρένα Βλαχοπούλου, «βασίλισσα της τζαζ» τότε, πρωταγωνιστεί στο ρεβεγιόν της «Μεγάλης Βρεταννίας».

Μας πληροφορεί η Καθημερινή της 4ης Ιανουαρίου 1952, στη στήλη «Εδώ κι εκεί», που υπογράφει «Ένας κύριος»:

«Πραγματικά η νέα Ελληνίς καλλιτέχνις έκανε θαύματα εκείνο το βράδυ. Ήταν κομψοτάτη, μ’ ένα στενό ολόχρυσο φόρεμα, και απολύτως χαριτωμένη. Άρχισε να τραγουδάη μπροστά σ’ ένα κόσμο απλώς ευδιάθετο και με το τραγούδι της τον παρέσυρε σ’ ένα αυθόρμητο ζωηρότατο κέφι, που διήρκεσε έως τας επτά το πρωί. Γεμάτη η αίθουσα από ωραίο κόσμο. Αδύνατον ν’ αρχίσω ένα ευσυνείδητο “παρευρέθησαν…”. ∆εν θα μου έφθανε η σελίδα ολόκληρη που με φιλοξενεί. Πάντως το θέμα της βραδυάς ήταν πάλι το πόσον ωραία ήσαν τα φορέματα και επίσης το πόσα όμοια και απαράλλαχτα είχαν εμφανισθή». 

Ακόμα και στις αντίστοιχες γιορτές που πραγματοποιούνται στις πολυτελείς κατοικίες επιφανών Αθηναίων, η παρουσία μουσικών και δημοφιλών καλλιτεχνών είναι απολύτως απαραίτητη.

Η διάσημη φωτογραφία του Κ. Μπαλάφα 
με τη χριστουγεννιάτικη Αθήνα του 1960.

Μεταπολεμικά, οι γιορτές θέλουν μπουζούκι

Μετά την απελευθέρωση από τον γερμανικό ζυγό, το λαϊκό τραγούδι αρχίζει να θεριεύει και με διακριτικά αρχικά βήματα να περιορίζει τη δυναμική του ελαφρού και των εκπροσώπων του. Ο Εμφύλιος κρατεί ακόμη, αλλά η Αθήνα απέχει πολύ, τουλάχιστον χιλιομετρικά, από τις πληγές του. Στις ταβέρνες όπου δεσπόζουν τα μπουζούκια, η λέξη «ρεβεγιόν» ηχεί δυνατά. Μάλιστα, πλέον, υπάρχει και η «αναμονή» των Χριστουγέννων. Η «Φλορίντα», στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, το 1948 κινείται σε ενωτικό κλίμα, με τραγούδια ευρωπαϊκά και μπουζουκιστικά. Το «Ροσινιόλ», στις Τρεις Γέφυρες, φιλοξενεί το Ντούο Χάρμα και μαζί κουζίνα εκλεκτή, ρετσίνα εξαιρετική, μπίρα ποτήρι, και έχει θέρμανση από καλοριφέρ. Η περίφημη ταβέρνα του «Παναγάκη» στα διαφημιστικά της για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά του 1948, με τον μάγειρα με τις πενιές και τις νοστιμιές του σε περίοπτη θέση, στέλνει στους γλεντζέδες τις καλύτερες ευχές. Σε πρώτο πλάνο η αηδονόλαλη μάγισσα Σωτηρία Μπέλλου. 

Μέχρι και τα τέλη περίπου της δεκαετίας του ’50, τα λαϊκά αλλά και τα κοσμικά κέντρα διαθέτουν κουζίνα. Στα δεύτερα οι τεχνικές είναι πιο εκλεπτυσμένες, ενώ συνυπάρχουν κρεατικά και ψαρικά. Στου «Περιβόλα» και στου «Κεφάλα» στην Κοκκινιά, υπάρχουν γαρίδες και καραβίδες, αλλά ψητές και όχι τηγανητές με σάλτσα ταρτάρ, όπως σερβίρονται στο «Ευοί Ευάν» του Τώνη Μαρούδα στην Κυψέλη. 

Ακόμα και στις αντίστοιχες γιορτές που πραγματοποιούνται στις πολυτελείς κατοικίες επιφανών Αθηναίων, η παρουσία μουσικών και δημοφιλών καλλιτεχνών είναι απολύτως απαραίτητη. Μετά την Απελευθέρωση από τον Γερμανικό ζυγό, το λαϊκό τραγούδι αρχίζει να θεριεύει, και με διακριτικά αρχικά βήματα να περιορίζει τη δυναμική του ελαφρού και των εκπροσώπων του. Ο εμφύλιος κρατεί ακόμη αλλά η Αθήνα απέχει πολύ, τουλάχιστον χιλιομετρικά, από τις πληγές του. Στις ταβέρνες όπου δεσπόζουν τα μπουζούκια η λέξη «ρεβεγιόν» ηχεί δυνατά. Μάλιστα πλέον υπάρχει και η «αναμονή» των Χριστουγέννων.

’50s – ’60sΤαμπλ ντ’ οτ με μενού και ελάχιστη κατανάλωση

Σιγά σιγά, όλο και περισσότερο καθυστερεί η έναρξη των προγραμμάτων, με αποτέλεσμα το φαγητό να περιορίζεται σε ποικιλίες και πλατό τυριών, αλλαντικών και φρούτων, που ταιριάζουν περισσότερο με το βερμούτ και το ουίσκι.

Ο Χρήστος Νικολόπουλος θυμάται: «Στην “Τριάνα” του Βασίλη Χειλά, στη λεωφόρο Συγγρού, όπου δούλεψα με τον Καζαντζίδη, υπήρχε εξαιρετική κουζίνα και όλων των ειδών τα ποτά. Πραγματοποιούνταν ρεβεγιόν με συγκεκριμένο μενού και ελάχιστη κατανάλωση. Οι τιμές ανέβαιναν, αλλά ο κόσμος ήθελε εκείνες τις μέρες να διασκεδάσει και τα κέντρα γέμιζαν». 

Ο αθηναιογράφος Γιάννης Καιροφύλλας μάς δίνει το πανόραμα και το κοστολόγιο των παραμονών λίγο πριν από τον ερχομό του 1964, όταν ο βασικός μισθός στον τόπο μας άγγιζε το χιλιάρικο²:

«Εκεί όμως που χάλαγε κόσμος, ήταν στα ρεβεγιόν των κέντρων. Στην “Κοπακαμπάνα” της οδού Όθωνος 10, στην “Παλιά Αθήνα”, με επιθεώρηση πίστας σε κείμενα Πυθαγόρα, την ορχήστρα Κατσαρού, τη Ρένα Βλαχοπούλου, την Μπελίντα, τον Φώτη ∆ήμα, τις αδελφές Μπρόγιερ και χορευτικά του Φώτη Μεταξόπουλου. Στα “Κοχύλια” στο Λαγονήσι, όπου το ταμπλ ντ’ οτ είχε 180 δραχμές, στην “Πεταλούδα” της πλατείας Αμερικής, με τον Φώτη Πολυμέρη κι άλλους καλλιτέχνες που παρουσίαζε η Ζωή Φυτούση, στην “Τριάνα” 170 δραχμές, όπου τραγουδούσαν οι Μπιθικώτσης, Ζαμπέτας, Μοσχολιού, νεαρή ακόμη και όχι πολύ γνωστή τραγουδίστρια. Εκεί πήγαιναν οι λάτρεις του λαϊκού τραγουδιού, αναρίθμητοι από τότε και φανατικοί.

Νυχτερινή άποψη της οδού Σταδίου τα Χριστούγεννα του 1950. 
Φωτογραφικό αρχείο Μεγαλοκονόμου.

»Πολύς κόσμος πήγαινε και στου “Καλαμπόκα”, όπου ο Ίκαρος παρουσίαζε τη Ζωζώ Σαπουντζάκη, την Κλειώ ∆ενάρδου, τους Μουζά – Λιγνό κ.ά. Το ταμπλ ντ’ οτ είχε 110 δραχμές και έπαιζε η ορχήστρα Αθηναίου. Στον “Φλοίσβο” το ρεβεγιόν ήταν αλά καρτ, επειδή ήθελε να μαζέψει κόσμο, και στην “Πλακιώτικη αυλή”, στη ∆αιδάλου 15, παρουσιαζόταν ένα πολύ ωραίο πρόγραμμα με τον Σταύρο Παρούση, τη Μαίρη Ροδίτη και μια Γαλλίδα χορεύτρια. Η “Φωλιά της Αλεπούς” στην Κυδαθηναίων είχε το ταμπλ ντ’ οτ 100 δραχμές, ενώ το πιο εντυπωσιακό πρόγραμμα παρουσίαζε το “Κάστρο” του Παπαχειμώνα, στη Μνησικλέους, στην Πλάκα, όπου εμφανίζονταν ο αξέχαστος Τώνης Μαρούδας, η Άννα Καλουτά, η Νάντια Κωνσταντοπούλου, ο Γιώργος Μητσάκης με τη ∆ούκισσα, η Καίτη Ντένις και η Αλέκα Κανελλίδου, ο μεγάλος χορευτής Γιάννης Φλερύ με τη Λίντα Άλμα, ενώ έπαιζε η ορχήστρα του Γιάννη ∆ιδίλη με τον βιρτουόζο Γιάννη Κανελλίδη και τα έξι βιολιά τσιγγάνικα, και τραγουδιστή της ορχήστρας τον Μιχάλη Ιωαννίδη.

»Ο “Βράχος” στην Αγγέλου Βλάχου 6, με την ορχήστρα του συνθέτη Γιώργου Μουζάκη, τον Γιάννη Βογιατζή, τον περίφημο Μανώλη Καστρινό και τη Χρυσούλα Ζώκα, την Τζένη Βάνου, τη Λάουρα, τις αδελφές Γεωργούτη, τη Μις Ελλάς Κία Λυμπέρη. Λαϊκά τραγούδια ερμήνευαν ο Γιάννης Καραμπεσίνης και η Άννα Μαριάννα. Με την ορχήστρα Μουζάκη τραγουδούσε ο Πάνος Κόκκινος.

»Εκείνη την εποχή ο Ιταλός τραγουδιστής Πιέρο Λοβάτι, που έμενε στην Αθήνα από τα χρόνια της Κατοχής, είχε ένα κέντρο στην οδό Κυδαθηναίων 19 και μαζί του ήταν η ∆ανάη, ο Αλέκος Αναστασιάδης, η Νίτσα Σαββοπούλου, και η ορχήστρα ήταν του Ανδρέα Αλεξανδράτου. Τέλος, ο Μανώλης Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα τραγουδούσαν στου “Μοστρού”, στη Μνησικλέους 22, όπου χόρευαν ο Βαρλάμος με την Ντι Πετρίλιο, τραγουδούσε η Άντζελα Ζήλεια, η Ναυσικά, το Τρίο Μπριλάντε, ο Τώνης Βαβάτσικος με την ορχήστρα του Πάτροκλου Σακαντάρη. 

»Υπήρχαν και άλλα πιο φθηνά στις τιμές κέντρα, όπως η “Λοκάντα” στην Καλλιφρονά 21, η “Παπαρούνα” στην Καλύμνου 7, με τον Σώρο Σιδηρόπουλο, την Κική Καμπά, την Πόλυ Πάνου και την ορχήστρα Μπέμπη Βουγά, του “Βαμβακινού” στην Αγίου Μελετίου, όπου τραγουδούσαν οι Τρωγάδης, Παγώνης, Κόντακας, Τασούλης και Λαζάρου». 

70sΧόρτα τεσσάρων εποχών, κονσομέ και… οι Idols

Είναι η στιγμή που ξεπροβάλλουν μια σειρά από μοντέρνα μουσικά συγκροτήματα που προκαλούν μεγάλη αίσθηση στον νεαρόκοσμο – και όχι μόνο. 

Έτσι, την Τρίτη 24 ∆εκεμβρίου 1968 στο «On the Rocks» της Βάρκιζας το δείπνο στολίζουν με τις μελωδίες και τα τραγούδια τους οι Stylistes και οι Idols. Το μενού που διαφημίζεται με τα παρελκόμενά του είναι ενδεικτικό της λογικής των ρεβεγιόν: 

«Κονσομέ Ροσσίνι, χόρτα τεσσάρων εποχών, ψαρόγλωσσα ντορέ σάλτσα ταρτάρ, καρδιές μαρουλιών, γαλοπούλα γεμιστή με κουκουνάρια, φρούτα εποχής, πουρές από κάστανα, χριστουγεννιάτικο πορτοκάλι, πατάτες νουαζέτ, ποντς με ρούμι». 

Στον μουσικό χάρτη καίρια θέση αποκτούν οι μπουάτ, με πυρήνα το νεοκυματικό ρεπερτόριο και έντεχνες στιγμές. Ο Μανώλης Μητσιάς θα μου πει: «∆εν θυμάμαι να είχαμε στα μικρά αυτά και παρεΐστικα στέκια ρεβεγιόν και φαγητό. Υπήρχε γιορτινό κλίμα, αλλά μέχρι εκεί. Στα πιο μεγάλα μαγαζιά, ναι, και στην Πλάκα και στην παραλία. ∆εν συγκράτησα λεπτομέρειες, αλλά πρωταγωνιστής στην κουζίνα αυτών των κέντρων ήταν το μοσχαρίσιο φιλέτο. Οι τιμές ήταν ανεβασμένες, αλλά δεν θα τις έλεγα και απαγορευτικές».

Ο Χρήστος Νικολόπουλος προσθέτει: «Κάποιες φορές, ορισμένοι καταστηματάρχες το παράκαναν και ανέβαζαν υπερβολικά και την ελάχιστη κατανάλωση και γενικότερα τα κόστη για τον πελάτη. Έτσι συνάντησα, λίγες να πω την αλήθεια, περιπτώσεις όπου ο κόσμος παρά τις προσδοκίες δεν ανταποκρίθηκε…».

Αρχές δεκαετίας του ’70 και το παλιό «Galaxy» του ξενοδοχείου 
Χίλτον έχει πάρει… φωτιά, καθώς ο νέος χρόνος μετράει
 τα πρώτα του δευτερόλεπτα. Αρχείο Hilton Athens Magazine.

’80s — ’90s: Το φαγητό καταργείται στις μεγάλες πίστες

Αλλαγή μουσικού κλίματος και δεκαετίας. Ο λόγος στον Μπάμπη Τσέρτο: «Τη δεκαετία του ’70 και αργότερα, στα ρεμπετάδικα των Εξαρχείων όπου δούλεψα, στον “Κάβουρα”, στο “Ταξίμι”, στον “Κουασιμόδο”, δεν είχαμε ρεβεγιόν. Άλλαζε όμως η σύσταση των μαγαζιών. Είχαμε και νεαρόκοσμο και ωριμότερες ηλικίες, και έτσι τις γιορτές προσαρμόζαμε διακριτικά το πρόγραμμά μας. Στο “Περιβόλι τ’ Ουρανού” και γενικότερα στις αριστοκρατικές ταβέρνες, τις παραμονές είχαμε συγκεκριμένο μενού και ελάχιστη κατανάλωση. Υπήρχε ζήτηση. Το ίδιο συνέβαινε και στις “Μουσικές ∆ιαδρομές” στην Πατησίων όπου εμφανίστηκα, και μάλιστα τον καιρό της οικονομικής κρίσης. Ο κόσμος θέλει να ξεδώσει αυτές τις μέρες. Οι επιχειρηματίες κρατούσαν λίστα αναμονής. Σχετικά πρόσφατα, την περίοδο μετά την πανδημία, στο “Αρχοντικό του Σαράντη” όπου δούλευα, είχαμε λόγω γρίπης και κορωνοϊού 70 ακυρώσεις. Καλύφθηκαν αμέσως στη στιγμή…».

Το ταμπλ ντ’ οτ διατηρήθηκε και στα χρόνια που ακολούθησαν, παρότι στις λεγόμενες μεγάλες πίστες καταργήθηκε ουσιαστικά η κουζίνα. Ο ∆ημήτρης Κοντολάζος περιγράφει την εμπειρία του: «Αρχές της δεκαετίας του ’90, βρισκόμουν σε μεγάλο σχήμα και σημειώναμε ξεχωριστή επιτυχία. ∆εν είχαμε φαγητό ούτε ελάχιστη κατανάλωση, αλλά την περίοδο των εορτών ο καταστηματάρχης αύξησε κατά πολύ την τιμή της φιάλης. Όταν ένας συνάδελφος τον ρώτησε με απορία γιατί το κάνει, εκείνος του απάντησε ενοχλημένος: “Για το δικό σας το πρεστίζ!”. Ακόμα το θυμόμαστε και γελάμε. Πάντως ο κόσμος γέμισε και πάλι το μαγαζί».

  1. Μ. Καραγάτσης, Γιούγκερμαν, 1938.
  2. Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα στη δεκαετία του ’60, εκδόσεις Φιλιππότη, 1997. 
https://www.gastronomos.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.