Τρομερό αδιέξοδο ΗΠΑ
Τρομερό αδιέξοδο ΗΠΑ: Ο Trump θέλει απεγνωσμένα τέλος πολέμου με Ιράν – Βόμβα CIA: Το Ισραήλ μας έσυρε στην καταστροφή
Ο Trump θέλει απεγνωσμένα να τελειώσει ο πόλεμος αλλά το
Ιράν δεν δείχνει καμία διάθεση να προσφέρει πολιτική σωτηρία σε έναν
Αμερικανό πρόεδρο που παγιδεύτηκε στις ίδιες του τις απειλές
(upd 6) Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump ήθελε έναν γρήγορο πόλεμο με το Ιράν.
Ήθελε μία ακόμη «εύκολη νίκη» που θα παρουσίαζε ως απόδειξη της αμερικανικής παντοδυναμίας και της προσωπικής του «στρατηγικής ιδιοφυΐας».
Αντί όμως για έναν θριαμβευτικό περίπατο, η σύγκρουση με το Ιράν εξελίχθηκε σε μια βαθιά γεωπολιτική και πολιτική ήττα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποκαλύπτοντας τα όρια της αμερικανικής ισχύος και την αδυναμία της Ουάσιγκτον να επιβάλει πλέον τη θέλησή της στον κόσμο όπως παλαιότερα.
Την ίδια στιγμή σοβαρές πολιτικές διαστάσεις λαμβάνουν οι αποκαλύψεις του πρώην διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας των ΗΠΑ Joe Kent, ο οποίος υποστήριξε δημόσια ότι η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών γνώριζε πως το Ιράν δεν κατασκεύαζε πυρηνικό όπλο πριν από τον πόλεμο.
CIA: Το Ισραήλ μας έσυρε στον πόλεμο, γνωρίζαμε ότι το Ιράν δεν έχει πυρηνικά όπλα
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Kent δήλωσε ότι όλες οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της CIA, συμφωνούσαν πως η Τεχεράνη δεν ανέπτυσσε πυρηνικά όπλα και ότι, σε περίπτωση επίθεσης από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το Ιράν θα απαντούσε πλήττοντας αμερικανικές βάσεις και κλείνοντας τα Στενά του Hormuz.
Παρά τις εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών, ο Kent κατήγγειλε ότι η Ουάσιγκτον οδηγήθηκε τελικά στον πόλεμο εξαιτίας της πίεσης που άσκησε το Ισραήλ και το φιλοϊσραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ.
«Η αφήγηση και η ατζέντα μιας ξένης κυβέρνησης — του Ισραήλ — κέρδισε τη μάχη και μας οδήγησε σε αυτόν τον πόλεμο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο πρώην αξιωματούχος αποκάλυψε επίσης ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν προειδοποιήσει πως τυχόν στοχευμένες επιθέσεις κατά της ιρανικής ηγεσίας θα ενίσχυαν τους σκληροπυρηνικούς κύκλους στην Τεχεράνη αντί να αποδυναμώσουν το καθεστώς.
Ο Kent παραιτήθηκε από τη θέση του τον Μάρτιο, διαμαρτυρόμενος για την αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν και ασκώντας ανοιχτή κριτική στον Donald Trump.
Στην επιστολή παραίτησής του υποστήριξε ότι το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες και κατηγόρησε ευθέως το Ισραήλ ότι πίεσε την αμερικανική κυβέρνηση να εμπλακεί στον πόλεμο.

Joe Kent
O Trump πίστευε ότι το Ιράν είναι…Βενεζουέλα
Πριν από την έναρξη του πολέμου ο Trump πίστευε ότι η Τεχεράνη θα κατέρρεε μέσα σε λίγες ημέρες.
Μετά την επιχείρηση ανατροπής του Nicolás Maduro στη Βενεζουέλα, θεωρούσε ότι μπορούσε να επαναλάβει το ίδιο μοντέλο απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Σύμφωνα με πηγές από το περιβάλλον του, έλεγε με αλαζονεία ότι «το Ιράν θα είναι άλλη μία Βενεζουέλα».
Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική, εξηγεί σε ανάλυσή του το αμερικανικό περιοδικό Atlantic.
Παρά τους σφοδρούς αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς, τις επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης και τη δολοφονία της ανώτατης ηγεσίας του Ιράν, η Τεχεράνη όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά απάντησε με τρόπο που προκάλεσε πανικό στη Δύση.
Το Ιράν κατάφερε να ελέγξει στρατηγικά τα Στενά του Ηormuz — το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Με νάρκες, drones και μικρά ταχύπλοα σκάφη, οι ιρανικές δυνάμεις απέδειξαν ότι ακόμη και μια υπερδύναμη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να επιβάλει εύκολα τη ναυτική της κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο.
Οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύθηκαν, οι δυτικές αγορές κλονίστηκαν και η αμερικανική οικονομία άρχισε να δέχεται σοβαρές πολιτικές πιέσεις ενόψει εκλογών.

Σκοτεινή η πραγματικότητα στον Λευκό Οίκο
Ο Trump, ο οποίος προεκλογικά παρουσιαζόταν ως ηγέτης που θα απέφευγε νέους πολέμους στη Μέση Ανατολή, βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια σύγκρουση χωρίς ξεκάθαρη διέξοδο.
Παρά τις καθημερινές δηλώσεις περί «επικείμενης νίκης», η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκοτεινή για τον Λευκό Οίκο.
Η κυβέρνησή του αναγκάστηκε επανειλημμένα να παρατείνει τις εκεχειρίες αντί να υλοποιήσει τις απειλές της, ενώ εγκατέλειψε ακόμη και επιχειρήσεις συνοδείας πλοίων υπό τον φόβο γενικευμένης στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Η εικόνα ενός Αμερικανού προέδρου που απειλεί συνεχώς αλλά τελικά υποχωρεί, αποτέλεσε τεράστιο πλήγμα για το κύρος της Ουάσιγκτον.
Το Ιράν, αντίθετα, έδειξε αντοχή, στρατηγική ψυχραιμία και ικανότητα να μετατρέπει την αμερικανική υπεροπλία σε πολιτικό αδιέξοδο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να οδηγήσουν το Ιράν σε διαπραγματεύσεις υπό αμερικανικούς όρους.
Ο Trump, ο άνθρωπος που έχτισε την πολιτική του εικόνα πάνω στο βιβλίο The Art of the Deal, δεν κατάφερε ούτε καν να φέρει την Τεχεράνη στο τραπέζι των συνομιλιών.
Οι Ιρανοί διαπραγματευτές αγνόησαν αμερικανικά τελεσίγραφα, αποχώρησαν από συνομιλίες στο Islamabad και έστειλαν ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν πρόκειται να διαπραγματευτούν υπό εκβιασμό.

Παρακμή ΗΠΑ
Η κατάσταση αποκάλυψε και κάτι βαθύτερο: την παρακμή της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή.
Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον στον Κόλπο — όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα — άρχισαν να ανησυχούν ότι η συνέχιση των αμερικανικών επιθέσεων θα τους μετέτρεπε ξανά σε στόχους ιρανικών αντιποίνων.
Ορισμένες χώρες περιόρισαν ακόμη και την πρόσβαση των αμερικανικών δυνάμεων στις βάσεις και στον εναέριο χώρο τους.
Παράλληλα, το Ιράν αξιοποίησε τη σύγκρουση για να ενισχύσει την εσωτερική του συνοχή.
Οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι της Τεχεράνης απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη επιρροή, παρουσιάζοντας την αντίσταση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ως ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας.
Για εκατομμύρια ανθρώπους στη Μέση Ανατολή και πέρα από αυτήν, το Ιράν εμφανίστηκε ως η μοναδική δύναμη που τόλμησε να αντισταθεί ανοιχτά στην αμερικανική πίεση χωρίς να γονατίσει.

Το Ιράν εξανάγκασε τις ΗΠΑ σε υποχώρηση
Την ίδια στιγμή, η ρητορική του Trump έγινε ολοένα πιο ακραία και επικίνδυνη.
Σε μία από τις πιο σοκαριστικές δηλώσεις του, απείλησε ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε», προκαλώντας διεθνείς αντιδράσεις και κατηγορίες περί απειλής εγκλημάτων πολέμου.
Η Ουάσιγκτον, που συχνά παρουσιάζεται ως υπερασπιστής του διεθνούς δικαίου, έδειξε ξανά ότι είναι έτοιμη να παραβιάσει κάθε ηθικό και νομικό όριο όταν αμφισβητείται η παγκόσμια κυριαρχία της.
Παρά τους ισχυρισμούς του Λευκού Οίκου περί «στρατηγικής υπεροχής», η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη,επισημαίνει το Atlantic.
Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό μέρος των βαλλιστικών του δυνατοτήτων, οι σύμμαχοί του όπως η Hezbollah συνεχίζουν να μάχονται, ενώ δεν υπήρξε ούτε αλλαγή καθεστώτος ούτε ουσιαστική εξουδετέρωση του πυρηνικού του προγράμματος.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Τεχεράνη απέδειξε κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητο: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να φθαρούν, να πιεστούν οικονομικά και να εξαναγκαστούν σε πολιτική υποχώρηση από μια περιφερειακή δύναμη που διαθέτει αποφασιστικότητα και στρατηγική υπομονή.

Ο Trump θέλει απεγνωσμένα το τέλος του πολέμου – Το Ιράν αδιαφορεί για συμφωνία
Ο Trump θέλει απεγνωσμένα να τελειώσει ο πόλεμος.
Θέλει μια συμφωνία ώστε να μπορέσει να τη διαφημίσει ως «ιστορική επιτυχία».
Όμως οι συμφωνίες απαιτούν δύο πλευρές.
Και το Ιράν δεν δείχνει καμία διάθεση να προσφέρει πολιτική σωτηρία σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που παγιδεύτηκε στις ίδιες του τις απειλές.
Η σύγκρουση αυτή ίσως καταγραφεί στην ιστορία όχι ως ακόμη μία αμερικανική επέμβαση, αλλά ως η στιγμή που η αμερικανική υπερδύναμη αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι ο κόσμος αλλάζει.
Και ότι η εποχή όπου η Ουάσιγκτον μπορούσε να επιβάλλει τη θέλησή της παντού χωρίς σοβαρό κόστος πλησιάζει στο τέλος της.

Seloom (Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων): Απρόθυμο το Ιράν να δεχθεί όρους των ΗΠΑ – Σε αδιέξοδο οι Αμερικανοί
Ο αναλυτής διεθνών σχέσεων Muhaned Seloom εκτιμά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν πλέον να μετατρέψουν τα περιορισμένα στρατιωτικά αποτελέσματα της σύγκρουσης με το Ιράν σε διπλωματική επιτυχία, όμως η Τεχεράνη εμφανίζεται απρόθυμη να αποδεχθεί αμερικανικούς όρους χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα.
Μιλώντας στο Al Jazeera, ο Seloom υπογράμμισε ότι η Ουάσιγκτον πέρασε από τη διπλωματία στον πόλεμο και τώρα επιχειρεί να επιστρέψει ξανά στις συνομιλίες.
Όπως σημείωσε, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντική ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή, τη στρατιωτική ισχύ και τη διπλωματία.
Παράλληλα όμως αναγνώρισε ότι το Ιράν διατηρεί ένα κρίσιμο γεωπολιτικό χαρτί: τον έλεγχο των Στενών του Hormuz, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.
Ο Seloom τόνισε ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην «επιβίωση» και τη «νίκη» σε έναν πόλεμο, υπονοώντας ότι η Τεχεράνη κατάφερε να αντέξει την πίεση αλλά όχι χωρίς σοβαρό κόστος.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυσή του, το Ιράν δεν προτίθεται να επιστρέψει απλώς στο προηγούμενο καθεστώς σχέσεων χωρίς να αποσπάσει σημαντικά πολιτικά ή στρατηγικά ανταλλάγματα από την Ουάσιγκτον.
Η κατάσταση αποτυπώνει το βαθύ αδιέξοδο στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, όπου καμία πλευρά δεν δείχνει διατεθειμένη να υποχωρήσει πλήρως, ενώ η Μέση Ανατολή συνεχίζει να παραμένει σε κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας.

Ομολογία αποτυχίας από την αμερικανική ελίτ: 47 χρόνια πολέμου κατά του Ιράν δεν λύγισαν την Τεχεράνη
Την ίδια στιγμή μία σπάνια αλλά εξαιρετικά αποκαλυπτική παραδοχή έρχεται πλέον ακόμη και μέσα από τους ίδιους τους αμερικανικούς αναλυτικούς κύκλους: η στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν έχει αποτύχει.
Ο γνωστός αναλυτής Fareed Zakaria, σε άρθρο του στην The Washington Post, αναγνώρισε ανοιχτά ότι εδώ και 47 χρόνια η Ουάσιγκτον αδυνατεί να διαμορφώσει μια σταθερή, αποτελεσματική και επιτυχημένη στρατηγική απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Πρόκειται για μια ομολογία με ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχεται όχι από περιθωριακές φωνές, αλλά από έναν από τους πιο προβεβλημένους αναλυτές του αμερικανικού κατεστημένου.
Στην πραγματικότητα, ο Zakaria περιγράφει αυτό που πολλοί σε ολόκληρο τον κόσμο βλέπουν εδώ και δεκαετίες: ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν είναι γεμάτη αντιφάσεις, αλαζονεία και στρατηγικά αδιέξοδα.
Από τη μία πλευρά, οι αμερικανικές κυβερνήσεις μιλούν για «διπλωματία», «σταθερότητα» και «διαπραγματεύσεις».
Από την άλλη, επιδιώκουν ανοιχτά την αποσταθεροποίηση, την οικονομική ασφυξία και τελικά την ανατροπή του πολιτικού συστήματος του Ιράν.
Αυτή ακριβώς η διπλή στρατηγική — διαπραγμάτευση με το ένα χέρι και απειλή καθεστωτικής αλλαγής με το άλλο — ήταν, σύμφωνα με τον Zakaria, η βασική αιτία της αποτυχίας της Ουάσιγκτον.
Κάθε φορά που υπήρχε πιθανότητα συμφωνίας, οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι στην Ουάσιγκτον και τα λόμπι που επιδιώκουν την πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας υπονόμευαν τη διαδικασία.
Και κάθε φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεγαν τη στρατηγική των κυρώσεων, της «μέγιστης πίεσης» και των στρατιωτικών απειλών, το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που περίμεναν: το Ιράν δεν υποχωρούσε, αλλά γινόταν πιο ανθεκτικό, πιο αυτάρκες και πιο αποφασισμένο.

Η μεγαλύτερη αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη σύγχρονη εποχή.
Για σχεδόν μισό αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να λυγίσουν το Ιράν μέσω οικονομικού πολέμου, διεθνούς απομόνωσης, σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεων, πολιτικών πιέσεων και στρατιωτικών απειλών.
Όμως όχι μόνο δεν πέτυχαν τον στόχο τους, αλλά συνέβαλαν άθελά τους στη μετατροπή του Ιράν σε μία από τις πιο ανθεκτικές και ανεξάρτητες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής.
Η Τεχεράνη έμαθε να επιβιώνει υπό κυρώσεις.
Ανέπτυξε εγχώρια βιομηχανία, στρατιωτική τεχνολογία και περιφερειακά δίκτυα επιρροής.
Αντί να απομονωθεί, δημιούργησε στρατηγικές σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες χώρες που αμφισβητούν τη δυτική μονοκρατορία.
Και το σημαντικότερο: απέδειξε ότι η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» δεν είναι παντοδύναμη.
Merz: Η Ευρώπη προσπαθεί να διατηρήσει το ΝΑΤΟ ζωντανό
Εν τω μεταξύ ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz παραδέχθηκε δημόσια ότι υπάρχουν σοβαρές διαφορές ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τη σύγκρουση με το Ιράν, τονίζοντας ωστόσο ότι η Ευρώπη επιθυμεί να διατηρήσει ζωντανή τη συμμαχία του NATO.
Κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον πρωθυπουργό της Σουηδίας, Ulf Kristersson, ο Merz δήλωσε πως η Ευρώπη «είναι πραγματικά πρόθυμη να κρατήσει αυτή τη συμμαχία ζωντανή για το μέλλον», αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι εντάσεις με την Ουάσιγκτον έχουν αυξηθεί.
Οι δηλώσεις έρχονται σε μια περίοδο όπου η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες αρνήθηκαν να στηρίξουν ανοιχτά τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν, προκαλώντας νέες ρωγμές στο δυτικό στρατόπεδο.
Ο Merz υποστήριξε ότι, παρά τις διαφωνίες, ο κοινός στόχος Ευρώπης και Αμερικής παραμένει η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν και η αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

www.bankingnews.gr
Ήθελε μία ακόμη «εύκολη νίκη» που θα παρουσίαζε ως απόδειξη της αμερικανικής παντοδυναμίας και της προσωπικής του «στρατηγικής ιδιοφυΐας».
Αντί όμως για έναν θριαμβευτικό περίπατο, η σύγκρουση με το Ιράν εξελίχθηκε σε μια βαθιά γεωπολιτική και πολιτική ήττα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποκαλύπτοντας τα όρια της αμερικανικής ισχύος και την αδυναμία της Ουάσιγκτον να επιβάλει πλέον τη θέλησή της στον κόσμο όπως παλαιότερα.
Την ίδια στιγμή σοβαρές πολιτικές διαστάσεις λαμβάνουν οι αποκαλύψεις του πρώην διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας των ΗΠΑ Joe Kent, ο οποίος υποστήριξε δημόσια ότι η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών γνώριζε πως το Ιράν δεν κατασκεύαζε πυρηνικό όπλο πριν από τον πόλεμο.
CIA: Το Ισραήλ μας έσυρε στον πόλεμο, γνωρίζαμε ότι το Ιράν δεν έχει πυρηνικά όπλα
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Kent δήλωσε ότι όλες οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της CIA, συμφωνούσαν πως η Τεχεράνη δεν ανέπτυσσε πυρηνικά όπλα και ότι, σε περίπτωση επίθεσης από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το Ιράν θα απαντούσε πλήττοντας αμερικανικές βάσεις και κλείνοντας τα Στενά του Hormuz.
Παρά τις εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών, ο Kent κατήγγειλε ότι η Ουάσιγκτον οδηγήθηκε τελικά στον πόλεμο εξαιτίας της πίεσης που άσκησε το Ισραήλ και το φιλοϊσραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ.
«Η αφήγηση και η ατζέντα μιας ξένης κυβέρνησης — του Ισραήλ — κέρδισε τη μάχη και μας οδήγησε σε αυτόν τον πόλεμο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο πρώην αξιωματούχος αποκάλυψε επίσης ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν προειδοποιήσει πως τυχόν στοχευμένες επιθέσεις κατά της ιρανικής ηγεσίας θα ενίσχυαν τους σκληροπυρηνικούς κύκλους στην Τεχεράνη αντί να αποδυναμώσουν το καθεστώς.
Ο Kent παραιτήθηκε από τη θέση του τον Μάρτιο, διαμαρτυρόμενος για την αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν και ασκώντας ανοιχτή κριτική στον Donald Trump.
Στην επιστολή παραίτησής του υποστήριξε ότι το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες και κατηγόρησε ευθέως το Ισραήλ ότι πίεσε την αμερικανική κυβέρνηση να εμπλακεί στον πόλεμο.

Joe Kent
O Trump πίστευε ότι το Ιράν είναι…Βενεζουέλα
Πριν από την έναρξη του πολέμου ο Trump πίστευε ότι η Τεχεράνη θα κατέρρεε μέσα σε λίγες ημέρες.
Μετά την επιχείρηση ανατροπής του Nicolás Maduro στη Βενεζουέλα, θεωρούσε ότι μπορούσε να επαναλάβει το ίδιο μοντέλο απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Σύμφωνα με πηγές από το περιβάλλον του, έλεγε με αλαζονεία ότι «το Ιράν θα είναι άλλη μία Βενεζουέλα».
Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική, εξηγεί σε ανάλυσή του το αμερικανικό περιοδικό Atlantic.
Παρά τους σφοδρούς αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς, τις επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης και τη δολοφονία της ανώτατης ηγεσίας του Ιράν, η Τεχεράνη όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά απάντησε με τρόπο που προκάλεσε πανικό στη Δύση.
Το Ιράν κατάφερε να ελέγξει στρατηγικά τα Στενά του Ηormuz — το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Με νάρκες, drones και μικρά ταχύπλοα σκάφη, οι ιρανικές δυνάμεις απέδειξαν ότι ακόμη και μια υπερδύναμη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να επιβάλει εύκολα τη ναυτική της κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο.
Οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύθηκαν, οι δυτικές αγορές κλονίστηκαν και η αμερικανική οικονομία άρχισε να δέχεται σοβαρές πολιτικές πιέσεις ενόψει εκλογών.

Σκοτεινή η πραγματικότητα στον Λευκό Οίκο
Ο Trump, ο οποίος προεκλογικά παρουσιαζόταν ως ηγέτης που θα απέφευγε νέους πολέμους στη Μέση Ανατολή, βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια σύγκρουση χωρίς ξεκάθαρη διέξοδο.
Παρά τις καθημερινές δηλώσεις περί «επικείμενης νίκης», η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκοτεινή για τον Λευκό Οίκο.
Η κυβέρνησή του αναγκάστηκε επανειλημμένα να παρατείνει τις εκεχειρίες αντί να υλοποιήσει τις απειλές της, ενώ εγκατέλειψε ακόμη και επιχειρήσεις συνοδείας πλοίων υπό τον φόβο γενικευμένης στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Η εικόνα ενός Αμερικανού προέδρου που απειλεί συνεχώς αλλά τελικά υποχωρεί, αποτέλεσε τεράστιο πλήγμα για το κύρος της Ουάσιγκτον.
Το Ιράν, αντίθετα, έδειξε αντοχή, στρατηγική ψυχραιμία και ικανότητα να μετατρέπει την αμερικανική υπεροπλία σε πολιτικό αδιέξοδο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να οδηγήσουν το Ιράν σε διαπραγματεύσεις υπό αμερικανικούς όρους.
Ο Trump, ο άνθρωπος που έχτισε την πολιτική του εικόνα πάνω στο βιβλίο The Art of the Deal, δεν κατάφερε ούτε καν να φέρει την Τεχεράνη στο τραπέζι των συνομιλιών.
Οι Ιρανοί διαπραγματευτές αγνόησαν αμερικανικά τελεσίγραφα, αποχώρησαν από συνομιλίες στο Islamabad και έστειλαν ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν πρόκειται να διαπραγματευτούν υπό εκβιασμό.

Παρακμή ΗΠΑ
Η κατάσταση αποκάλυψε και κάτι βαθύτερο: την παρακμή της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή.
Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον στον Κόλπο — όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα — άρχισαν να ανησυχούν ότι η συνέχιση των αμερικανικών επιθέσεων θα τους μετέτρεπε ξανά σε στόχους ιρανικών αντιποίνων.
Ορισμένες χώρες περιόρισαν ακόμη και την πρόσβαση των αμερικανικών δυνάμεων στις βάσεις και στον εναέριο χώρο τους.
Παράλληλα, το Ιράν αξιοποίησε τη σύγκρουση για να ενισχύσει την εσωτερική του συνοχή.
Οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι της Τεχεράνης απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη επιρροή, παρουσιάζοντας την αντίσταση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ως ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας.
Για εκατομμύρια ανθρώπους στη Μέση Ανατολή και πέρα από αυτήν, το Ιράν εμφανίστηκε ως η μοναδική δύναμη που τόλμησε να αντισταθεί ανοιχτά στην αμερικανική πίεση χωρίς να γονατίσει.

Το Ιράν εξανάγκασε τις ΗΠΑ σε υποχώρηση
Την ίδια στιγμή, η ρητορική του Trump έγινε ολοένα πιο ακραία και επικίνδυνη.
Σε μία από τις πιο σοκαριστικές δηλώσεις του, απείλησε ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε», προκαλώντας διεθνείς αντιδράσεις και κατηγορίες περί απειλής εγκλημάτων πολέμου.
Η Ουάσιγκτον, που συχνά παρουσιάζεται ως υπερασπιστής του διεθνούς δικαίου, έδειξε ξανά ότι είναι έτοιμη να παραβιάσει κάθε ηθικό και νομικό όριο όταν αμφισβητείται η παγκόσμια κυριαρχία της.
Παρά τους ισχυρισμούς του Λευκού Οίκου περί «στρατηγικής υπεροχής», η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη,επισημαίνει το Atlantic.
Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό μέρος των βαλλιστικών του δυνατοτήτων, οι σύμμαχοί του όπως η Hezbollah συνεχίζουν να μάχονται, ενώ δεν υπήρξε ούτε αλλαγή καθεστώτος ούτε ουσιαστική εξουδετέρωση του πυρηνικού του προγράμματος.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Τεχεράνη απέδειξε κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητο: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να φθαρούν, να πιεστούν οικονομικά και να εξαναγκαστούν σε πολιτική υποχώρηση από μια περιφερειακή δύναμη που διαθέτει αποφασιστικότητα και στρατηγική υπομονή.

Ο Trump θέλει απεγνωσμένα το τέλος του πολέμου – Το Ιράν αδιαφορεί για συμφωνία
Ο Trump θέλει απεγνωσμένα να τελειώσει ο πόλεμος.
Θέλει μια συμφωνία ώστε να μπορέσει να τη διαφημίσει ως «ιστορική επιτυχία».
Όμως οι συμφωνίες απαιτούν δύο πλευρές.
Και το Ιράν δεν δείχνει καμία διάθεση να προσφέρει πολιτική σωτηρία σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που παγιδεύτηκε στις ίδιες του τις απειλές.
Η σύγκρουση αυτή ίσως καταγραφεί στην ιστορία όχι ως ακόμη μία αμερικανική επέμβαση, αλλά ως η στιγμή που η αμερικανική υπερδύναμη αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι ο κόσμος αλλάζει.
Και ότι η εποχή όπου η Ουάσιγκτον μπορούσε να επιβάλλει τη θέλησή της παντού χωρίς σοβαρό κόστος πλησιάζει στο τέλος της.

Seloom (Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων): Απρόθυμο το Ιράν να δεχθεί όρους των ΗΠΑ – Σε αδιέξοδο οι Αμερικανοί
Ο αναλυτής διεθνών σχέσεων Muhaned Seloom εκτιμά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν πλέον να μετατρέψουν τα περιορισμένα στρατιωτικά αποτελέσματα της σύγκρουσης με το Ιράν σε διπλωματική επιτυχία, όμως η Τεχεράνη εμφανίζεται απρόθυμη να αποδεχθεί αμερικανικούς όρους χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα.
Μιλώντας στο Al Jazeera, ο Seloom υπογράμμισε ότι η Ουάσιγκτον πέρασε από τη διπλωματία στον πόλεμο και τώρα επιχειρεί να επιστρέψει ξανά στις συνομιλίες.
Όπως σημείωσε, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντική ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή, τη στρατιωτική ισχύ και τη διπλωματία.
Παράλληλα όμως αναγνώρισε ότι το Ιράν διατηρεί ένα κρίσιμο γεωπολιτικό χαρτί: τον έλεγχο των Στενών του Hormuz, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.
Ο Seloom τόνισε ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην «επιβίωση» και τη «νίκη» σε έναν πόλεμο, υπονοώντας ότι η Τεχεράνη κατάφερε να αντέξει την πίεση αλλά όχι χωρίς σοβαρό κόστος.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυσή του, το Ιράν δεν προτίθεται να επιστρέψει απλώς στο προηγούμενο καθεστώς σχέσεων χωρίς να αποσπάσει σημαντικά πολιτικά ή στρατηγικά ανταλλάγματα από την Ουάσιγκτον.
Η κατάσταση αποτυπώνει το βαθύ αδιέξοδο στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, όπου καμία πλευρά δεν δείχνει διατεθειμένη να υποχωρήσει πλήρως, ενώ η Μέση Ανατολή συνεχίζει να παραμένει σε κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας.

Ομολογία αποτυχίας από την αμερικανική ελίτ: 47 χρόνια πολέμου κατά του Ιράν δεν λύγισαν την Τεχεράνη
Την ίδια στιγμή μία σπάνια αλλά εξαιρετικά αποκαλυπτική παραδοχή έρχεται πλέον ακόμη και μέσα από τους ίδιους τους αμερικανικούς αναλυτικούς κύκλους: η στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν έχει αποτύχει.
Ο γνωστός αναλυτής Fareed Zakaria, σε άρθρο του στην The Washington Post, αναγνώρισε ανοιχτά ότι εδώ και 47 χρόνια η Ουάσιγκτον αδυνατεί να διαμορφώσει μια σταθερή, αποτελεσματική και επιτυχημένη στρατηγική απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Πρόκειται για μια ομολογία με ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχεται όχι από περιθωριακές φωνές, αλλά από έναν από τους πιο προβεβλημένους αναλυτές του αμερικανικού κατεστημένου.
Στην πραγματικότητα, ο Zakaria περιγράφει αυτό που πολλοί σε ολόκληρο τον κόσμο βλέπουν εδώ και δεκαετίες: ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν είναι γεμάτη αντιφάσεις, αλαζονεία και στρατηγικά αδιέξοδα.
Από τη μία πλευρά, οι αμερικανικές κυβερνήσεις μιλούν για «διπλωματία», «σταθερότητα» και «διαπραγματεύσεις».
Από την άλλη, επιδιώκουν ανοιχτά την αποσταθεροποίηση, την οικονομική ασφυξία και τελικά την ανατροπή του πολιτικού συστήματος του Ιράν.
Αυτή ακριβώς η διπλή στρατηγική — διαπραγμάτευση με το ένα χέρι και απειλή καθεστωτικής αλλαγής με το άλλο — ήταν, σύμφωνα με τον Zakaria, η βασική αιτία της αποτυχίας της Ουάσιγκτον.
Κάθε φορά που υπήρχε πιθανότητα συμφωνίας, οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι στην Ουάσιγκτον και τα λόμπι που επιδιώκουν την πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας υπονόμευαν τη διαδικασία.
Και κάθε φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεγαν τη στρατηγική των κυρώσεων, της «μέγιστης πίεσης» και των στρατιωτικών απειλών, το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που περίμεναν: το Ιράν δεν υποχωρούσε, αλλά γινόταν πιο ανθεκτικό, πιο αυτάρκες και πιο αποφασισμένο.

Η μεγαλύτερη αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη σύγχρονη εποχή.
Για σχεδόν μισό αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να λυγίσουν το Ιράν μέσω οικονομικού πολέμου, διεθνούς απομόνωσης, σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεων, πολιτικών πιέσεων και στρατιωτικών απειλών.
Όμως όχι μόνο δεν πέτυχαν τον στόχο τους, αλλά συνέβαλαν άθελά τους στη μετατροπή του Ιράν σε μία από τις πιο ανθεκτικές και ανεξάρτητες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής.
Η Τεχεράνη έμαθε να επιβιώνει υπό κυρώσεις.
Ανέπτυξε εγχώρια βιομηχανία, στρατιωτική τεχνολογία και περιφερειακά δίκτυα επιρροής.
Αντί να απομονωθεί, δημιούργησε στρατηγικές σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες χώρες που αμφισβητούν τη δυτική μονοκρατορία.
Και το σημαντικότερο: απέδειξε ότι η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» δεν είναι παντοδύναμη.
Merz: Η Ευρώπη προσπαθεί να διατηρήσει το ΝΑΤΟ ζωντανό
Εν τω μεταξύ ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz παραδέχθηκε δημόσια ότι υπάρχουν σοβαρές διαφορές ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τη σύγκρουση με το Ιράν, τονίζοντας ωστόσο ότι η Ευρώπη επιθυμεί να διατηρήσει ζωντανή τη συμμαχία του NATO.
Κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον πρωθυπουργό της Σουηδίας, Ulf Kristersson, ο Merz δήλωσε πως η Ευρώπη «είναι πραγματικά πρόθυμη να κρατήσει αυτή τη συμμαχία ζωντανή για το μέλλον», αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι εντάσεις με την Ουάσιγκτον έχουν αυξηθεί.
Οι δηλώσεις έρχονται σε μια περίοδο όπου η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες αρνήθηκαν να στηρίξουν ανοιχτά τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν, προκαλώντας νέες ρωγμές στο δυτικό στρατόπεδο.
Ο Merz υποστήριξε ότι, παρά τις διαφωνίες, ο κοινός στόχος Ευρώπης και Αμερικής παραμένει η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν και η αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.