Music Of The Day

Εκτακτες ειδήσεις

Μαγνήτες καταστροφής οι αμερικανικές βάσεις

Μαγνήτες καταστροφής οι αμερικανικές βάσεις – Η Ελλάδα στο «απόσπασμα» με ρόλο «αναλώσιμου» προμαχώνα

Μαγνήτες καταστροφής οι αμερικανικές βάσεις – Η Ελλάδα στο «απόσπασμα» με ρόλο «αναλώσιμου» προμαχώνα

Πολεμοχαρή κίνητρα, επιδίωξη κυριαρχίας, αίσθημα ανασφάλειας και περιβαλλοντικές επιπτώσεις συνθέτουν μια ευάλωτη δομή, η οποία έχει επιπλέον επηρεαστεί από τις πρόσφατες διεθνείς εντάσεις.
Οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις παρουσιάζονται ως παράγοντες «ασφάλειας», αλλά συχνά λειτουργούν ως εστίες έντασης και πιθανοί στόχοι πολεμικών αντιπαραθέσεων.
Η συνεχής επέκτασή τους μετατρέπει χώρες όπως η Ελλάδα σε κρίσιμους κρίκους στρατιωτικών σχεδιασμών, με σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της περιοχής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα φαίνεται να αναλαμβάνει τον ρόλο ενός «αναλώσιμου» προμαχώνα στις διεθνείς ανταγωνιστικές ισορροπίες.
Ειδικότερα, αυτό που συχνά παρουσιάζεται ως «παγκόσμια στρατιωτική παρουσία» των Ηνωμένων Πολιτειών είναι στην πραγματικότητα ένα τεράστιο δίκτυο βάσεων, δυνάμεων και άμεσης εμπλοκής στην πολιτική και γεωπολιτική ασφάλεια του κόσμου.
Με περίπου 750 στρατιωτικές βάσεις σε περισσότερες από 80 χώρες και την ανάπτυξη πάνω από 173.000 στρατιωτών εκτός των συνόρων τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διαμορφώσει μια δομή που λειτουργεί ως παγκόσμιο δίκτυο επιρροής και πίεσης.
Το δίκτυο αυτό έχει επηρεάσει όχι μόνο τα γεωγραφικά σύνορα, αλλά και τις πολιτικές ισορροπίες και τις εξισώσεις ασφάλειας πολλών κρατών.
Η Ιαπωνία αποτελεί τον μεγαλύτερο οικοδεσπότη αυτής της στρατιωτικής παρουσίας με περισσότερους από 53.000 Αμερικανούς στρατιώτες, ακολουθούμενη από τη Γερμανία με περίπου 34.000 και τη Νότια Κορέα με σχεδόν 28.000.
Η εκτεταμένη παρουσία σε χώρες όπως το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ιορδανία, η Τουρκία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο δείχνει ότι το δίκτυο αυτό δεν περιορίζεται σε μία μόνο περιοχή, αλλά έχει εξαπλωθεί παγκοσμίως.
Ωστόσο, η ιδιαίτερη συγκέντρωση στη Δυτική Ασία έχει μετατρέψει την περιοχή αυτή σε ένα από τα κύρια πεδία αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και επιχειρήσεων.
Αυτή η εκτεταμένη παρουσία, αντί να μειώνει τις εντάσεις, συμβάλλει στην κλιμάκωση των κρίσεων.
Η αύξηση των βάσεων και των στρατευμάτων έχει εντείνει τον στρατιωτικό ανταγωνισμό και έχει ανεβάσει το επίπεδο των συγκρούσεων.
Στη Δυτική Ασία, η συνύπαρξη της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας με πολέμους, χρόνιες ανασφάλειες και πολιτική αστάθεια προσφέρει μια σαφή εικόνα του ρόλου αυτού του δικτύου στη διαμόρφωση των κρίσεων.
Σε πολλές περιπτώσεις, η δομή αυτή έχει συμβάλει περισσότερο στην αναπαραγωγή της ανασφάλειας παρά στην ενίσχυση της σταθερότητας.
Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του 40ήμερου πολέμου του αμερικανο-σιωνιστικού συνασπισμού, έχουν υπονομεύσει σοβαρά την εικόνα των αμερικανικών βάσεων ως «ασφαλών και απρόσβλητων».
Κατά την περίοδο αυξημένων εντάσεων στη Δυτική Ασία, στρατιωτικές βάσεις και θέσεις των ΗΠΑ σε χώρες όπως το Ιράκ, η Συρία, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Κατάρ και το Μπαχρέιν έχουν επανειλημμένα αποτελέσει στόχο επιθέσεων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Τα γεγονότα αυτά δείχνουν ότι η συγκέντρωση των βάσεων σε περιορισμένη γεωγραφική περιοχή τις καθιστά ευάλωτους και εύκολα εντοπίσιμους στόχους.
Αυτό έχει ένα σαφές μήνυμα: σε περίπτωση άμεσης σύγκρουσης, η στρατιωτική υποδομή των ΗΠΑ στην περιοχή θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον κίνδυνο δαπανηρών και κλιμακούμενων επιθέσεων.
Μια τέτοια κατάσταση όχι μόνο αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες της Ουάσιγκτον, αλλά μετατρέπει ουσιαστικά τις χώρες υποδοχής σε πρώτη γραμμή κάθε στρατιωτικής έντασης.
Έτσι, οι βάσεις αυτές από σύμβολα «αποτροπής» έχουν μετατραπεί σε πιθανά κέντρα κρίσης και αστάθειας.

Δυσθεώρητο κόστος

Το κόστος αυτού του στρατιωτικού δικτύου είναι επίσης ιδιαίτερα υψηλό.
Τουλάχιστον 55 δισεκατομμύρια δολάρια δαπανώνται ετησίως για τη διατήρηση των βάσεων και των δυνάμεων που σταθμεύουν στο εξωτερικό.
Πρόκειται για ένα ποσό που υπερβαίνει τους συνδυασμένους προϋπολογισμούς οργανισμών όπως η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος, η NASA και το Υπουργείο Παιδείας των ΗΠΑ.
Αυτό το επίπεδο δαπανών υποδηλώνει την απόλυτη προτεραιότητα που δίνεται στις στρατιωτικές πολιτικές έναντι των εγχώριων αναγκών και της κοινωνικής ευημερίας.
Πέρα από τις πολιτικές, οικονομικές και ασφαλιστικές συνέπειες, ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος αυτού του δικτύου είναι επίσης εκτεταμένος και ανησυχητικός.
Ο αμερικανικός στρατός αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς αερίων του θερμοκηπίου παγκοσμίως, με εκπομπές που υπερβαίνουν εκείνες πολλών χωρών.
Η ρύπανση από επικίνδυνες χημικές ουσίες, όπως τα PFAS, έχει μολύνει πηγές νερού γύρω από στρατιωτικές βάσεις, από την Οκινάουα της Ιαπωνίας έως το Καμπ Λεζέν στη Βόρεια Καρολίνα.
Η μόλυνση αυτή έχει θέσει σε κίνδυνο την υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων, καθώς και την υδρόβια ζωή σε θαλάσσιες περιοχές, αφήνοντας πίσω της μακροπρόθεσμες και καταστροφικές περιβαλλοντικές συνέπειες.
Αυτή η στρατιωτική δομή έχει δημιουργήσει ένα είδος εξάρτησης των χωρών υποδοχής από την ασφάλεια που παρέχει.
Η συνεχής παρουσία ξένων δυνάμεων έχει αποδυναμώσει την ανεξαρτησία στη λήψη αποφάσεων και έχει εντάξει τις χώρες αυτές στην τροχιά της πολιτικής επιρροής της Ουάσιγκτον.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι στρατιωτικές βάσεις έχουν μετατραπεί σε εργαλεία άσκησης επιρροής και ελέγχου.
Συνολικά, το δίκτυο των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σκιαγραφεί την εικόνα μιας παγκόσμιας πολεμικής μηχανής.
Πρόκειται για μια δομή που δεν συνεπάγεται μόνο τεράστιο οικονομικό κόστος και εκτεταμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά και σημαντική ευπάθεια σε περιφερειακές επιθέσεις, καθώς και άμεσο ρόλο στην επιδείνωση διεθνών κρίσεων.
Έτσι, έχει καταστεί μία από τις κύριες εστίες παγκόσμιας αστάθειας και ανασφάλειας.
Η συγκέντρωση αυτού του δικτύου σε στρατηγικές περιοχές, όπως η Δυτική Ασία, καταδεικνύει ότι η παρουσία αυτή όχι μόνο δεν έχει συμβάλει στη μείωση των εντάσεων, αλλά συχνά τις έχει βαθύνει και καταστήσει πιο δαπανηρές.

Στο «στόχαστρο» η Ελλάδα

Η Ελλάδα και η Κύπρος σύρονται στην πρώτη γραμμή μιας νέας, αιματηρής εποχής συγκρούσεων, καθώς η Ουάσιγκτον ανασχεδιάζει τον χάρτη της στρατιωτικής της παρουσίας.
Σε μια ανάλυση που προκαλεί σοκ, ο Michael Rubin του American Enterprise Institute ουσιαστικά υπονοεί πως η υποκατάσταση των «προβληματικών» βάσεων στη Μέση Ανατολή και την Τουρκία από ελληνικά και κυπριακά εδάφη δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια επικίνδυνη μετάθεση κινδύνου για τους Έλληνες.
Η στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον να καταστήσει την Ελλάδα και την Κύπρο νέους, «ακλόνητους» πυλώνες της δυτικής ισχύος, τις μετατρέπει αυτόματα σε άμεσους στόχους για τα αντίπαλα στρατόπεδα και τους τρομοκρατικούς θύλακες που θέλει να αποφύγει το Πεντάγωνο.
Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να απεγκλωβιστούν από τους εκβιασμούς της Άγκυρας, μεταφέροντας το κέντρο βάρους των επιχειρήσεών τους στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Σε αυτό το πλαίσιο, αντί για ασφάλεια, η χώρα μας πρόκειται να επωμιστούν το βάρος που οι αραβικές χώρες (όπως η Σαουδική Αραβία και το Ομάν) δεν θέλουν πλέον να σηκώσουν.
«Η στιγμή που οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές βάσεις τους στη Μέση Ανατολή, είναι η στιγμή που η Ελλάδα εισέρχεται στην πιο επικίνδυνη φάση της σύγχρονης ιστορίας της», υπογραμμίζουν γεωπολιτικοί κύκλοι.
Η μετατροπή της ελληνικής επικράτειας σε ορμητήριο για τις πραγματικότητες του 21ου αιώνα, σημαίνει πως η χώρα παύει να είναι ένας ειρηνικός δρών και γίνεται οργανικό κομμάτι της αμερικανικής πολεμικής μηχανής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την έκθεση σε αντίποινα και την εμπλοκή σε πολέμους που δεν την αφορούν.

www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.