Music Of The Day

Εκτακτες ειδήσεις

Επείγει η αποκατάσταση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Ρωσία

 Επείγει η αποκατάσταση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Ρωσία – Δεν απηχεί τον νέο πολυπολικό κόσμο, βλάπτει σοβαρά τα εθνικά συμφέροντα

Επείγει η αποκατάσταση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Ρωσία – Δεν απηχεί τον νέο πολυπολικό κόσμο, βλάπτει σοβαρά τα εθνικά συμφέροντα

Μήπως μετά  την υστερική… κήρυξη πολέμου προς τη Ρωσία θα έπρεπε να δούμε πώς είναι δυνατόν να ανατάξουμε τις σχέσεις μας με μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη προκειμένου να υπερασπιστούμε την εθνική κυριαρχία
Η Ελλάδα εξακολουθεί με τραγικό τρόπο να ασκεί εξωτερική πολιτική εντός ενός μονοπολικού κόσμου ο οποίος αποτελεί πλέον παρελθόν.
Από την στρατιωτική επιχείρηση της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 έχει καταστεί φανερό και στον πλέον αδαή ότι πλέον έχουμε έναν κόσμο ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και καμία πρόσδεση σε αυτόν που αυτοχαρακτηρίζεται ως «η σωστή πλευρά της Ιστορίας» δεν διασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα αλλά χρειάζεται ένα ορθολογικό, πραγματιστικό αμυντικό δόγμα.
Μήπως από την… κήρυξη πολέμου προς τη Ρωσία θα έπρεπε να δούμε πώς είναι δυνατόν να ανατάξουμε τις σχέσεις μας με μια τεράστια ευρωπαϊκή δύναμη και παραγωγό ενεργειακών αγαθών;
Και να μην αναγκαστούμε ... σε κωλοτούμπες όπως αυτή του Κυριακού Μητσοτάκη μετά την επιστροφή στον Λευκό Οίκο του Donald Trump και την ανατροπή των προτεραιοτήτων των ΗΠΑ.

Η Ευρώπη σταδιακά αλλάζει στάση

Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι στην Ευρώπη ενισχύονται οι φωνές που υποστηρίζουν την ανάγκη διερεύνησης διαύλων επικοινωνίας με τη Μόσχα, παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται.
Δεν πρόκειται για εγκατάλειψη της στήριξης προς το Κίεβο, αλλά για αναγνώριση ότι καμία μακροχρόνια ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν μπορεί να διαμορφωθεί χωρίς κάποια μορφή διαλόγου με τη Ρωσία.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις – Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο – εμφανίζονται να εξετάζουν πιο ενεργά το ενδεχόμενο μελλοντικών πολιτικών επαφών με τη ρωσική πλευρά.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο αυτή η προσέγγιση συντονίζεται με την Ουάσιγκτον ή αν αντανακλά μια σταδιακή ευρωπαϊκή αναζήτηση μεγαλύτερης στρατηγικής αυτονομίας.
Η μετατόπιση της διεθνούς προσοχής προς τη Μέση Ανατολή και η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ισραήλ και Ιράν έχουν ήδη περιορίσει τον κεντρικό ρόλο που κατείχε το ουκρανικό ζήτημα στη διεθνή ατζέντα.
Ως αποτέλεσμα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να εξετάσουν όχι μόνο πώς θα συνεχίσουν να στηρίζουν την Ουκρανία, αλλά και ποια θα είναι η επόμενη ημέρα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι δημόσιες πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στη διερεύνηση πιθανών διαπραγματευτικών προοπτικών μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.
Παρότι οι διαφορές των δύο πλευρών παραμένουν βαθιές, η συζήτηση για κατάπαυση του πυρός και για μελλοντικό πολιτικό διάλογο επανέρχεται όλο και συχνότερα στη δημόσια σφαίρα.
Η πραγματικότητα του πολέμου, το ανθρώπινο κόστος και η πίεση που δέχονται και οι δύο πλευρές δημιουργούν αντικειμενικά κίνητρα για αναζήτηση εναλλακτικών δρόμων πέρα από τη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον, τίθεται και το ερώτημα της ελληνικής στρατηγικής.
Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής, η Αθήνα επέλεξε να ταυτιστεί πλήρως με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, παρέχοντας πολιτική και στρατιωτική στήριξη στην Ουκρανία.
Η επιλογή αυτή υπαγορεύθηκε - υποτίθεται -  από την ανάγκη υπεράσπισης των αρχών του διεθνούς δικαίου και της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών.
Ωστόσο, καθώς το διεθνές περιβάλλον μεταβάλλεται και ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επανεξετάζουν τα επόμενα βήματά τους, ανακύπτει το ερώτημα αν και η Ελλάδα χρειάζεται να προσαρμόσει τη δική της προσέγγιση. Μια τέτοια συζήτηση αφορά κυρίως και κατ' αρχήν την αναζήτηση μιας πιο ευέλικτης και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, ικανής να ανταποκριθεί στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες.

Μικρά τα οφέλη από την πολιτική του πρόθυμου συμμάχου

Επιπλέον, η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η απόλυτη ευθυγράμμιση με μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή δεν μεταφράζεται πάντοτε σε αντίστοιχα διπλωματικά οφέλη.
Η προσδοκία ότι η στάση της Αθήνας στο ουκρανικό θα ενίσχυε αυτομάτως την κατανόηση των ελληνικών και κυπριακών θέσεων σε άλλα διεθνή ζητήματα δεν φαίνεται να έχει επιβεβαιωθεί στον βαθμό που αναμενόταν.
Καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα φάση στρατηγικού αναστοχασμού για τις σχέσεις της με τη Ρωσία, ίσως είναι σκόπιμο και η Ελλάδα να εξετάσει πώς μπορεί να συνδυάσει τη σταθερή προσήλωσή της στις δυτικές συμμαχίες με μια πιο ευέλικτη διπλωματική στρατηγική, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις ενός ολοένα πιο σύνθετου και πολυπολικού διεθνούς περιβάλλοντος.
Η συζήτηση που αρχίζει να αναπτύσσεται σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την ανάγκη διατήρησης ή και αποκατάστασης διαύλων επικοινωνίας με τη Ρωσία θέτει αναπόφευκτα και ερωτήματα για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Το χαμένο διπλωματικό κεφάλαιο και οι παραδοσιακά καλές σχέσεις με τη Μόσχα

Η επιλογή αυτή ήταν απολύτως συμβατή με τη διαχρονική προσήλωση της Αθήνας στις αρχές της εδαφικής ακεραιότητας και του διεθνούς δικαίου κυρίως με βάση το ζήτημα της Κατοχής της Κύπρου.
Ωστόσο, καθώς ο πόλεμος παρατείνεται και η διεθνής πραγματικότητα μεταβάλλεται, όλο και περισσότεροι αναλυτές διερωτώνται κατά πόσο η Ελλάδα αξιοποίησε αποτελεσματικά το διπλωματικό κεφάλαιο που διέθετε ή αν περιόρισε αδικαιολόγητα τα περιθώρια ελιγμών της.
Για δεκαετίες η Ελλάδα κατείχε μια ιδιόμορφη θέση στο ευρωπαϊκό και νατοϊκό περιβάλλον.
Παρέμενε σταθερά ενταγμένη στη Δύση, αλλά ταυτόχρονα διατηρούσε λειτουργικές σχέσεις με τη Μόσχα, αξιοποιώντας ιστορικούς, πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και οικονομικούς δεσμούς.
Αυτή η ισορροπία δεν σήμαινε ουδετερότητα ούτε αμφισβήτηση των δυτικών της προσανατολισμών.
Σήμαινε όμως ότι η Αθήνα μπορούσε να συνομιλεί με όλες τις πλευρές και να διατηρεί έναν βαθμό διπλωματικής ευελιξίας που σήμερα φαίνεται να έχει περιοριστεί σημαντικά.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο καθώς στην Ευρώπη πληθαίνουν οι φωνές που αναγνωρίζουν ότι, ανεξαρτήτως της έκβασης του πολέμου, η Ρωσία θα συνεχίσει να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες του ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας.
Η προοπτική μελλοντικών συνομιλιών ή ακόμη και μιας σταδιακής επαναπροσέγγισης συνδέεται με την παραδοχή ότι η γεωγραφία και η γεωπολιτική δεν αλλάζουν.
Η Ρωσία παραμένει μια πυρηνική δύναμη με τεράστιο γεωστρατηγικό αποτύπωμα και η Ευρώπη αργά ή γρήγορα θα κληθεί να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο συνύπαρξης μαζί της - άλλωστε δεν μπορεί να υπάρξει δόγμά ασφάλειας για Γηραιά Ήπειρο χωρίς τη Μόσχα, η γεωγραφία είναι.. μοίρα!
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να εξετάσει κατά πόσο η σχεδόν απόλυτη ταύτισή της με μια γραμμή πολιτικής που διαμορφώθηκε υπό τις συνθήκες του 2022 εξακολουθεί να εξυπηρετεί τα εθνικά της συμφέροντα το 2026.

Ανοίγουν σταδιακά οι δίαυλοι επικοινωνίας με τη Μόσχα

Την ίδια στιγμή, η ελληνική δημόσια συζήτηση συχνά εμφανίζεται πιο άκαμπτη από εκείνη που αναπτύσσεται πλέον σε σημαντικά ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων.
Ενώ σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία ή ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζονται σενάρια μελλοντικής επικοινωνίας με τη Μόσχα, στην Ελλάδα εξακολουθεί να κυριαρχεί σε μεγάλο βαθμό η λογική ότι οποιαδήποτε συζήτηση για επόμενη ημέρα ισοδυναμεί με πολιτική υποχώρηση. Ωστόσο, η διπλωματία λειτουργεί ακριβώς όταν οι συνθήκες είναι δύσκολες και όχι μόνο όταν υπάρχει πλήρης συμφωνία μεταξύ των πλευρών.
Ίσως λοιπόν η πραγματική πρόκληση για την ελληνική εξωτερική πολιτική να μην είναι η επιλογή μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, αλλά η αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας που θα επιτρέπει στη χώρα να παραμένει αξιόπιστος σύμμαχος, διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία και την αυτονομία που απαιτεί ένα ολοένα πιο ασταθές και πολυπολικό διεθνές περιβάλλον.

www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.