Music Of The Day

Εκτακτες ειδήσεις

Αποκάλυψη-βόμβα για τη ΜΙΤ

 

Αποκάλυψη-βόμβα για τη ΜΙΤ: Το «μαύρο δίκτυο» του Ερντογάν σε ΗΠΑ και Ευρώπη

Ένας από τους πιο σκοτεινούς φακέλους των τελευταίων ετών στην Τουρκία ανοίγει ένα παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα φέρεται να επιχείρησε να επεκτείνει τις επιχειρήσεις πληροφοριών και επιρροής πολύ πέρα από τα επίσημα στελέχη της ΜΙΤ. Επιχειρηματίες, ιδιωτικές εταιρείες πληροφοριών, πρώην στελέχη δυτικών υπηρεσιών ασφαλείας, πολιτικοί παράγοντες και άνθρωποι με πρόσβαση σε κυβερνητικούς μηχανισμούς εμφανίζονται σε ένα περίπλοκο πλέγμα επαφών που εκτείνεται από το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον μέχρι το Ισραήλ.

Στο κέντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Χουσεΐν Γκιούν (Hüseyin Gün), τουρκοβρετανός επιχειρηματίας γεννημένος στη Γερμανία, ο οποίος σήμερα κατηγορείται στην Τουρκία για πολιτική και στρατιωτική κατασκοπεία.

Η ειρωνεία είναι εντυπωσιακή: σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, δεν εργαζόταν επί χρόνια εναντίον της Τουρκίας αλλά για λογαριασμό του ίδιου του τουρκικού κράτους, χρησιμοποιώντας ένα διεθνές δίκτυο γνωριμιών και επαφών που είχε δημιουργήσει επί δεκαετίες. Η υπόθεση ήρθε στην επιφάνεια όταν ο Γκιούν συνδέθηκε με τον φυλακισμένο μεγάλο πολιτικό αντίπαλο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Εκρέμ Ιμάμογλου.

Εάν οι ισχυρισμοί του επιβεβαιωθούν στο σύνολό τους, πρόκειται για ένα μοντέλο «outsourcing» των υπηρεσιών πληροφοριών: η κρατική υπηρεσία δεν χρειάζεται να εμφανίζεται παντού με επίσημους πράκτορες, αλλά μπορεί να αξιοποιεί επιχειρηματίες, συμβούλους, εταιρείες και πρώην αξιωματούχους που διαθέτουν πρόσβαση εκεί όπου ένας παραδοσιακός πράκτορας δύσκολα θα έφθανε.

Σημαντική επισήμανση

Οι σοβαρότερες καταγγελίες του φακέλου βασίζονται σε ισχυρισμούς του ίδιου του Γκιούν, σε στοιχεία του τουρκικού κατηγορητηρίου και σε δικαστικές καταθέσεις. Η ύπαρξη ενός ονόματος ή τηλεφωνικού αριθμού στον κατάλογο επαφών του δεν αποδεικνύει από μόνη της συνεργασία με τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών. Το ίδιο το υλικό που εξετάζεται επισημαίνει ρητά αυτή τη διάκριση.

Η υπόθεση Ιμάμογλου άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου»

Η ιστορία πήρε δραματική τροπή όταν ο Γκιούν βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας περί «πολιτικής κατασκοπείας» στην οποία κατηγορούμενος είναι και ο Εκρέμ Ιμάμογλου.

Η πρώτη ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 11 Μαΐου 2026 στην Κωνσταντινούπολη. Οι εισαγγελείς ζητούν ποινές από 15 έως 20 χρόνια για τον Ιμάμογλου, τον Γκιούν, τον σύμβουλο Νετζατί Οζκάν και τον δημοσιογράφο Μερντάν Γιαναρντάγ.

Ενώ όμως οι τουρκικές εισαγγελικές αρχές παρουσιάζουν τον Γκιούν ως πρόσωπο που φέρεται να είχε σχέσεις με ξένες υπηρεσίες, εκείνος αντέστρεψε πλήρως την κατηγορία.

Υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου ότι επί χρόνια συνεργαζόταν με το τουρκικό κράτος και ότι είχε συγκεντρώσει πληροφορίες για αντιπάλους της κυβέρνησης Ερντογάν στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στην απολογία του δήλωσε επίσης ότι είχε προετοιμάσει, χρησιμοποιώντας τις επαφές του στο εξωτερικό, διαγράμματα και στοιχεία για πρόσωπα που η Άγκυρα συνέδεε με το κίνημα Γκιουλέν και ότι τα είχε παραδώσει στις αρμόδιες κρατικές αρχές. Η συγκεκριμένη δήλωσή του καταγράφηκε και από τουρκικό ειδησεογραφικό πρακτορείο.

«Δεν μιλούσα γιατί θα αποκάλυπτα κρατικά μυστικά»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εξήγηση που έδωσε για τη στάση του αμέσως μετά τη σύλληψή του.

Ο Γκιούν συνελήφθη στις 3 Ιουλίου 2025 και, σύμφωνα με το υλικό της υπόθεσης, στην αρχική του κατάθεση των 128 σελίδων παρουσίαζε μεγάλο μέρος των διεθνών δραστηριοτήτων του ως απλές επιχειρηματικές συναλλαγές.

Αργότερα υποστήριξε ότι το έκανε επειδή δεν ήθελε να αποκαλύψει κρατικά μυστικά.

Όπως ισχυρίζεται, περίμενε ότι ο κρατικός μηχανισμός θα παρενέβαινε πριν φθάσει η υπόθεση στη φυλάκισή του.

Αυτό δεν συνέβη.

Και όταν κατάλαβε ότι το σύστημα δεν επρόκειτο να τον προστατεύσει, άλλαξε στάση.

Στις 25 Οκτωβρίου 2025 ενημέρωσε τις εισαγγελικές αρχές ότι ήταν έτοιμος να καταθέσει εκ νέου και να αποκαλύψει όσα γνώριζε, επιδιώκοντας παράλληλα να αξιοποιήσει τις διατάξεις περί συνεργασίας κατηγορουμένων με τις αρχές.

Η φωτογραφία με τον Ιμάμογλου που φέρεται να τον «έκαψε»

Σύμφωνα με την αφήγηση που περιλαμβάνεται στον φάκελο, καθοριστικό σημείο ήταν η αποκάλυψη φωτογραφίας του Γκιούν με τον Εκρέμ Ιμάμογλου.

Από τη στιγμή που συνδέθηκε με τον μεγαλύτερο πολιτικό αντίπαλο του Ερντογάν, η θέση του άλλαξε δραματικά.

Το υλικό παρουσιάζει την εκδοχή ότι ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται πως επί χρόνια λειτουργούσε ως χρήσιμος ιδιωτικός ενδιάμεσος για το τουρκικό κράτος μετατράπηκε ξαφνικά σε ύποπτο και κατηγορούμενο.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση εξαιρετικά εκρηκτική.

Η δίωξη που επιχειρούσε να αποδείξει ότι ο Γκιούν αποτελούσε κρίκο ξένης κατασκοπείας ενδέχεται τελικά να έχει οδηγήσει τον ίδιο στην αποκάλυψη όσων ισχυρίζεται ότι γνωρίζει για τις τουρκικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό.

Το μοντέλο της ΜΙΤ: Όχι μόνο διπλωματική κάλυψη

Η εικόνα που περιγράφεται είναι ενός μηχανισμού πολύ ευρύτερου από την κλασική κατασκοπεία.

Παραδοσιακά, οι υπηρεσίες πληροφοριών τοποθετούν αξιωματικούς τους σε πρεσβείες και προξενεία με διπλωματική κάλυψη.

Το δίκτυο που περιγράφει ο φάκελος λειτουργεί διαφορετικά.

Πολιτικά διασυνδεδεμένοι επιχειρηματίες, ιδιωτικοί σύμβουλοι πληροφοριών, ομογενείς, απόστρατοι στρατιωτικοί και πρώην στελέχη δυτικών υπηρεσιών μπορούν να προσφέρουν πρόσβαση, τεχνογνωσία και δίκτυα που ένας επίσημος αξιωματικός πληροφοριών δεν διαθέτει.

Αυτό δημιουργεί και ένα τεράστιο πλεονέκτημα: εύλογη δυνατότητα άρνησης εμπλοκής του κράτους.

Εάν μια επιχείρηση αποκαλυφθεί, ο εμπλεκόμενος μπορεί να εμφανιστεί ως ιδιώτης επιχειρηματίας ή σύμβουλος και όχι ως επίσημος πράκτορας.

Τα μεγάλα ονόματα στον τηλεφωνικό κατάλογο του Γκιούν

Εδώ η υπόθεση γίνεται πραγματικά εντυπωσιακή.

Σύμφωνα με το τουρκικό κατηγορητήριο, στο τηλέφωνο του Γκιούν βρέθηκε ένας εξαιρετικά μεγάλος κατάλογος επαφών ανθρώπων που είχαν υπηρετήσει σε υψηλές θέσεις υπηρεσιών πληροφοριών, άμυνας και εθνικής ασφάλειας στη Βρετανία, στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ.

Μεταξύ των ονομάτων που αναφέρονται είναι:

  • Sir Mark Allen, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της βρετανικής MI6.
  • Martin Howard, πρώην διευθυντής Cyber Policy and International Relations της GCHQ και αργότερα αναπληρωτής επικεφαλής Defence Intelligence.
  • Air Marshal Sir Joseph French, πρώην επικεφαλής της βρετανικής Defence Intelligence.
  • David Richmond, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του Foreign Office με αρμοδιότητες Άμυνας και Πληροφοριών.
  • Brian Scott, ο οποίος σύμφωνα με το επαγγελματικό του ιστορικό υπηρέτησε ως αξιωματικός της CIA.
  • Fiona Hill, πρώην ανώτερη αξιωματούχος του αμερικανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.
  • David Meidan, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Mossad.

Εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή:

Η παρουσία αυτών των ονομάτων στο κινητό του Γκιούν δεν αποτελεί απόδειξη ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα συνεργάζονταν με τη ΜΙΤ, γνώριζαν οποιαδήποτε τουρκική μυστική επιχείρηση ή είχαν παράνομη σχέση μαζί του.

Το ίδιο το κατηγορητήριο, όπως παρουσιάζεται στο υλικό, δεν προσδιορίζει για τα περισσότερα ονόματα το πραγματικό βάθος της σχέσης.

Μπορεί να επρόκειτο για ουσιαστικές επαγγελματικές σχέσεις, περιστασιακές επαφές ή απλώς για ονόματα που είχαν συγκεντρωθεί μέσα σε δεκαετίες διεθνούς networking.

Επτά ώρες επικοινωνιών με πρώην άνθρωπο της βρετανικής κοινότητας ασφαλείας

Για ορισμένες περιπτώσεις, πάντως, το κατηγορητήριο φέρεται να περιέχει περισσότερα στοιχεία.

Ένα από τα πρόσωπα είναι ο Christopher Paul McGrath, τον οποίο οι τουρκικές αρχές περιγράφουν ως άνθρωπο με πολυετή εμπειρία στη βρετανική στρατιωτική και πληροφοριακή κοινότητα, σε αντικατασκοπεία, αντιτρομοκρατία και επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών.

Οι εισαγγελείς φέρονται να έχουν εντοπίσει περίπου επτά ώρες επικοινωνιών μεταξύ Γκιούν και McGrath.

Ο ίδιος ο Γκιούν τον παρουσίασε ως φίλο και σύμβουλο της αμυντικής βιομηχανίας.

Aaron Barr και PiiQ: Το τεχνολογικό σκέλος του δικτύου

Ένα δεύτερο πρόσωπο είναι ο Aaron Barr, τον οποίο ο Γκιούν περιέγραψε ως επιχειρηματικό συνεργάτη υπεύθυνο για το τεχνολογικό σκέλος μιας εταιρείας και την προετοιμασία αναλυτικών αναφορών.

Οι τουρκικές εισαγγελικές αρχές τον χαρακτηρίζουν πρώην αξιωματικό της CIA, ωστόσο το υλικό επισημαίνει ότι οι δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες τεκμηριώνουν σαφέστερα ισχυρό υπόβαθρο στον χώρο της κυβερνοασφάλειας, όχι επιβεβαιωμένη υπηρεσία στη CIA.

Ο Γκιούν ήταν συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της PiiQ Media & Risk, με έδρα το Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, ενώ ο Barr εμφανίζεται ως συνιδρυτής και CTO.

Στην ομάδα υπήρχαν επίσης άνθρωποι με εμπειρία σε OSINT, γεωχωρικές πληροφορίες, κυβερνοεπιχειρήσεις και έργα για την αμυντική και πληροφοριακή κοινότητα των ΗΠΑ.

Η μυστηριώδης «Black Cell»

Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως αποκάλυψη αφορά μια δομή με την ονομασία «Black Cell» – «Μαύρο Κύτταρο».

Ο Γκιούν υποστήριξε ότι ήταν project manager σε αυτή τη μυστική δομή, την οποία περιέγραψε ως μη επίσημο δίκτυο για συλλογή πληροφοριών, lobbying και επιχειρήσεις επιρροής σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες.

Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι η συγκεκριμένη αποστολή αποτελούσε τουρκικό κρατικό μυστικό.

Σύμφωνα με την περιγραφή, στόχος ήταν αφενός η παρακολούθηση και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων του κινήματος Γκιουλέν στο εξωτερικό και αφετέρου η διεύρυνση της πρόσβασης της τουρκικής κυβέρνησης σε πολιτικούς, οικονομικούς και θεσμούς ασφαλείας δυτικών πρωτευουσών.

Από την παρακολούθηση στην οικονομική πίεση

Το «Black Cell» φέρεται να μην περιοριζόταν μόνο στη συλλογή πληροφοριών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του αρχείου, υπήρχε ενδιαφέρον για:

τράπεζες, τραπεζικούς λογαριασμούς, πηγές χρηματοδότησης, εμβάσματα, οργανώσεις και οικονομικά δίκτυα ανθρώπων που η κυβέρνηση Ερντογάν θεωρούσε αντιπάλους της.

Ο φερόμενος στόχος ήταν να υπάρξει πίεση προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ώστε να εξετάσουν, να περιορίσουν ή να διακόψουν οικονομικές σχέσεις με οργανώσεις που η Άγκυρα συνέδεε με το κίνημα Γκιουλέν.

Εάν αυτό τεκμηριωθεί, η διάσταση είναι πολύ σημαντική.

Δεν μιλάμε πλέον μόνο για «ποιος βρίσκεται πού», αλλά για προσπάθεια χαρτογράφησης του οικονομικού οξυγόνου ενός αντιπολιτευτικού δικτύου στο εξωτερικό.

Η πληροφορία για το ποιος χρηματοδοτεί μια ένωση, σε ποια τράπεζα διατηρεί λογαριασμό ή πώς μεταφέρονται χρήματα μπορεί να μετατρέψει την απλή παρακολούθηση σε ενεργητική επιχείρηση οικονομικής διατάραξης.

Η Βουλή των Λόρδων και ο σημερινός αρχηγός της ΜΙΤ

Ο Γκιούν υποστήριξε επίσης ότι εργαζόταν μέσω του Global Strategy Forum στο Λονδίνο και συνέβαλε στη διοργάνωση επαφών ανάμεσα σε Τούρκους αξιωματούχους και Βρετανούς πολιτικούς στη Βουλή των Λόρδων.

Αναφέρθηκε ειδικά σε εκδήλωση στις 10 Φεβρουαρίου 2010 με τίτλο «Rising Turkey».

Μεταξύ των Τούρκων αξιωματούχων που, σύμφωνα με την κατάθεσή του, συμμετείχαν βρισκόταν ο Ιμπραήμ Καλίν, ο οποίος σήμερα είναι επικεφαλής της ΜΙΤ και ένας από τους στενότερους ανθρώπους του Ερντογάν στον πυρήνα της τουρκικής εθνικής ασφάλειας.

Η ουσία δεν είναι ότι μια νόμιμη συνάντηση στη Βουλή των Λόρδων αποτελεί από μόνη της μυστική επιχείρηση.

Η σημασία βρίσκεται στο πώς το lobbying, η πολιτική δικτύωση, η επιχειρηματική δραστηριότητα και η συλλογή πληροφοριών μπορούν να τέμνονται.

Η αμερικανική υπόθεση που δείχνει ότι το μοντέλο δεν είναι θεωρητικό

Ο φάκελος παραπέμπει και σε μία πολύ πιο γνωστή υπόθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου υπάρχουν επίσημα αμερικανικά δικαστικά στοιχεία.

Πρόκειται για τον Τούρκο επιχειρηματία Καμίλ Εκιμ Αλπτεκίν και τη Flynn Intel Group του πρώην επικεφαλής της αμερικανικής Defense Intelligence Agency, Μάικλ Φλιν.

Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης είχε αναφέρει ότι η Flynn Intel Group έλαβε 600.000 δολάρια μέσω εταιρείας του Αλπτεκίν στο πλαίσιο ενός σχεδίου που είχε στόχο να επηρεάσει την αμερικανική κοινή γνώμη και πολιτικούς σε βάρος του Φετουλάχ Γκιουλέν και υπέρ του αιτήματος της Άγκυρας για έκδοσή του.

«Δεν μπορείς να φυτέψεις βρόμικα στοιχεία;»

Μία από τις πιο εκρηκτικές καταθέσεις της αμερικανικής υπόθεσης προήλθε από τον Brian McCauley, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του FBI.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία που περιγράφεται στο υλικό, ο Αλπτεκίν δεν έμεινε ικανοποιημένος από τις προτάσεις που του είχαν παρουσιαστεί.

Ο McCauley κατέθεσε ότι ο Αλπτεκίν τον ρώτησε εάν μπορούσαν να «φυτέψουν» επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον του Γκιουλέν.

Ο πρώην αξιωματούχος του FBI αρνήθηκε.

Σύμφωνα με την ίδια κατάθεση, ζητήθηκε επίσης παρακολούθηση υποστηρικτών του κινήματος Γκιουλέν στην περιοχή της Ουάσιγκτον, ακόμη και ηχητική επιτήρηση.

Και πάλι, ο McCauley αρνήθηκε.

Το πρόγραμμα των 600.000 δολαρίων

Το Flynn Intel Group είχε αναλάβει project ύψους 600.000 δολαρίων.

Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης υποστήριξε ότι ο σκοπός του ήταν η μυστική άσκηση επιρροής στην πολιτική και δημόσια συζήτηση στις ΗΠΑ γύρω από τον Γκιουλέν και το τουρκικό αίτημα έκδοσης.

Ο Μπιτζάν Ραφικιάν καταδικάστηκε αρχικά από ενόρκους το 2019.

Η δικαστική ιστορία, όμως, δεν τελείωσε εκεί: η καταδίκη ανατράπηκε, ακολούθησαν εφέσεις και εντολή για νέα δίκη, ενώ τελικά οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς εγκατέλειψαν την υπόθεση το 2023.

Αυτό είναι σημαντικό ώστε να μη συγχέεται η αρχική καταδίκη με την τελική δικονομική έκβαση της υπόθεσης.

Η υπόθεση του πρώην διευθυντή της CIA James Woolsey

Ένα ακόμη παράδειγμα που παρουσιάζει ο φάκελος αφορά τον Τούρκο επιχειρηματία Sezgin Baran Korkmaz και τον πρώην διευθυντή της CIA, James Woolsey.

Ο Korkmaz είχε αναπτύξει προσωπική σχέση με τον Woolsey, ο οποίος είχε διευθύνει τη CIA από το 1993 έως το 1995.

Υπάρχουν στοιχεία ότι οι δύο είχαν συναντηθεί επανειλημμένα και ότι ο Korkmaz χρησιμοποιούσε τη σχέση αυτή ως ένδειξη πρόσβασης σε υψηλόβαθμους αμερικανικούς κύκλους.

Δεν υπάρχει, όμως, ένδειξη ότι ο Woolsey στρατολογήθηκε από τη ΜΙΤ ή ότι εργαζόταν εν γνώσει του για τις τουρκικές υπηρεσίες.

Αυτό πρέπει να τονιστεί ξεκάθαρα.

Η συνάντηση Φλιν – Τσαβούσογλου – Αλμπαϊράκ

Ο ίδιος ο Woolsey είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του το 2017 ότι συμμετείχε σε συνάντηση στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο του 2016, στην οποία βρίσκονταν ο Μάικλ Φλιν, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου και ο γαμπρός του Ερντογάν, Μπεράτ Αλμπαϊράκ.

Σύμφωνα με τον Woolsey, στη συζήτηση τέθηκαν ιδέες για το πώς θα μπορούσε ο Γκιουλέν να απομακρυνθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες εκτός της συνηθισμένης διαδικασίας έκδοσης.

Ο Woolsey είχε χαρακτηρίσει όσα άκουσε σοβαρά και ανησυχητικά, χωρίς όμως να υποστηρίξει ότι είχε εγκριθεί συγκεκριμένο επιχειρησιακό σχέδιο απαγωγής.

Γιατί οι πρώην άνθρωποι των υπηρεσιών είναι τόσο πολύτιμοι

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της υπόθεσης.

Ένας συνταξιούχος αξιωματικός της CIA, ένας πρώην άνθρωπος της MI6, ένας πρώην αξιωματούχος του FBI ή ένας στρατιωτικός της κοινότητας πληροφοριών δεν χάνει τη γνώση του όταν αποχωρεί από την υπηρεσία.

Γνωρίζει:

πώς λειτουργεί η παρακολούθηση, πώς αξιολογείται ένας στόχος, πώς κινείται μια υπηρεσία πληροφοριών, πώς λειτουργεί η κρατική γραφειοκρατία, ποιος αποφασίζει τι και ποιος μπορεί να ανοίξει μια συγκεκριμένη πόρτα.

Και κυρίως, ενδέχεται να διατηρεί ένα εξαιρετικά ισχυρό δίκτυο προσωπικών επαφών.

Ακριβώς γι’ αυτό τέτοιου τύπου πρόσωπα είναι πολύτιμα για κυβερνήσεις, εταιρείες πληροφοριών, λόμπι και ιδιωτικά δίκτυα επιρροής.

Η νέα κατασκοπεία δεν φορά πάντα καμπαρντίνα

Η υπόθεση Γκιούν αναδεικνύει μία βαθύτερη πραγματικότητα για τις σύγχρονες επιχειρήσεις πληροφοριών.

Η κατασκοπεία του 21ου αιώνα δεν πραγματοποιείται αποκλειστικά από κάποιον πράκτορα που εργάζεται σε πρεσβεία με ψεύτικη ιδιότητα.

Μπορεί να κινείται μέσα από:

εταιρείες συμβούλων, think tanks, lobbying firms, εταιρείες κυβερνοασφάλειας, επιχειρηματικά δίκτυα, ακαδημαϊκές συναντήσεις, πολιτικά φόρα και προσωπικές σχέσεις με πρώην αξιωματούχους.

Το κλειδί είναι η πρόσβαση.

Και η πρόσβαση συχνά δεν αγοράζεται με μια μυστική στρατολόγηση.

Καλλιεργείται για χρόνια μέσα από συνέδρια, επενδύσεις, συμβουλευτικές υπηρεσίες, επιχειρηματικές συνεργασίες και κοινωνικές σχέσεις.

Από τη ΜΙΤ σε ένα παγκόσμιο «οικοσύστημα» επιρροής

Αυτό είναι και το βαθύτερο ερώτημα που γεννά ο φάκελος.

Έχει η Τουρκία δημιουργήσει ένα υβριδικό εξωτερικό οικοσύστημα στο οποίο η παραδοσιακή κατασκοπεία, η πολιτική επιρροή, το lobbying, η επιχειρηματική διπλωματία και η παρακολούθηση αντιπάλων λειτουργούν παράλληλα;

Η κατάθεση Γκιούν υποστηρίζει ακριβώς αυτό.

Δεν αποδεικνύει από μόνη της κάθε επιμέρους ισχυρισμό.

Υπάρχουν όμως άλλα καταγεγραμμένα περιστατικά –όπως η αμερικανική υπόθεση Flynn Intel Group– που δείχνουν ότι τουρκικά κυβερνητικά συμφέροντα έχουν πράγματι επιχειρήσει στο παρελθόν να αξιοποιήσουν δυτικούς πρώην αξιωματούχους και ιδιωτικές δομές για την επίτευξη πολιτικών στόχων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το μεγάλο πολιτικό αυτογκόλ του Ερντογάν;

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική ειρωνεία.

Εάν ο Γκιούν δεν είχε εμπλακεί στην υπόθεση Ιμάμογλου, πολλές από τις καταγγελίες που σήμερα βρίσκονται δημόσια στο τραπέζι ενδεχομένως να μην είχαν γίνει ποτέ γνωστές.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι επί χρόνια λειτουργούσε για λογαριασμό του τουρκικού κράτους.

Όταν όμως έγινε πολιτικά «τοξικός» λόγω της σχέσης του με τον βασικό αντίπαλο του Ερντογάν, βρέθηκε κατηγορούμενος.

Και τότε άρχισε να μιλά.

Η προσπάθεια του τουρκικού κρατικού μηχανισμού να οικοδομήσει μία υπόθεση κατασκοπείας γύρω από τον Ιμάμογλου μπορεί έτσι να έχει προκαλέσει ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα: να ανοίξει δημόσια ένας φάκελος για τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η Άγκυρα φέρεται να πραγματοποιούσε επιχειρήσεις πληροφοριών στο εξωτερικό.

Το δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί του συνόλου αυτών των ισχυρισμών και ο Γκιούν αρνείται τις κατηγορίες κατασκοπείας που αντιμετωπίζει. Στην πρώτη ακρόαση χαρακτήρισε την υπόθεση εναντίον του αβάσιμη.

Όμως ένα πράγμα είναι ήδη σαφές:

Η δίκη Ιμάμογλου έχει μετατραπεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ακόμη εσωτερική πολιτική σύγκρουση στην Τουρκία.

Αγγίζει πλέον τη ΜΙΤ, τα διεθνή δίκτυα επιρροής της Άγκυρας, πρώην στελέχη υπηρεσιών ασφαλείας της Δύσης και τον τρόπο με τον οποίο το καθεστώς Ερντογάν επιχειρεί να προβάλλει ισχύ πολύ πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας.

Και αν προκύψουν νέα έγγραφα που επιβεβαιώνουν βασικά τμήματα της κατάθεσης Γκιούν, η υπόθεση μπορεί να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες αποκαλύψεις για τις διεθνείς μεθόδους της τουρκικής κρατικής μηχανής τα τελευταία χρόνια.

https://directus.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.