Τουρκικό δημοσίευμα χαρτογραφεί τις «ευαισθησίες» της Ελλάδας

Τουρκικό δημοσίευμα χαρτογραφεί τις «ευαισθησίες» της Ελλάδας – Στο στόχαστρο νησιά, υποδομές και κοινωνική συνοχή – Η σύνδεση μειονοτήτων και μεταναστών με «εσωτερικό μέτωπο»
Ένα ακόμη ιδιαίτερα επιθετικό κείμενο απέναντι στην Ελλάδα έρχεται από τον τουρκικό Τύπο, επαναφέροντας στο προσκήνιο όχι μόνο τις πάγιες αναθεωρητικές θέσεις της Άγκυρας, αλλά και μια πολύ πιο ανησυχητική διάσταση: την καταγραφή όσων παρουσιάζονται ως «στρατηγικές ευαισθησίες» της ελληνικής επικράτειας και του εσωτερικού μετώπου της χώρας.
Σε άρθρο γνώμης του Νετζάτ Εσλέν, που δημοσιεύθηκε στην τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet στις 12 Αυγούστου υπό τον τίτλο «Γειτονία και στρατηγικές ευαισθησίες», η Ελλάδα περιγράφεται με εξαιρετικά αρνητικούς χαρακτηρισμούς, ενώ ο συντάκτης επιχειρεί να οικοδομήσει μια συνολική θεωρία περί μακροπρόθεσμης τουρκικής υπεροχής έναντι της Αθήνας.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο δεν βρίσκεται μόνο στη ρητορική. Βρίσκεται στο γεγονός ότι το δημοσίευμα προχωρά σε κατηγοριοποίηση ελληνικών «ευάλωτων σημείων», αναφερόμενο σε νησιά, κρίσιμες υποδομές, ενεργειακά δίκτυα, λιμάνια, ψηφιακά συστήματα και κοινωνικές εντάσεις.
Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως «καιροσκόπος» και «κακός γείτονας»
Ο Εσλέν ξεκινά το κείμενό του επιχειρώντας να αντιστρέψει πλήρως την εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Παρουσιάζει την Ελλάδα ως χώρα που λειτουργεί «καιροσκοπικά» έναντι της Τουρκίας και επιχειρεί, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, να αξιοποιήσει κάθε διεθνή συγκυρία για να περιορίσει την τουρκική ισχύ.
Πρόκειται για μία προσέγγιση που εντάσσεται ευθέως στη διαχρονική τουρκική προσπάθεια να εμφανιστούν οι ελληνικές θέσεις ως επιθετικές και οι τουρκικές διεκδικήσεις ως δήθεν αμυντικές.
Το δημοσίευμα επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να μεταφέρει το βάρος της ευθύνης στην Αθήνα, παρακάμπτοντας ζητήματα όπως το casus belli για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων, τις αμφισβητήσεις ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και την παρουσία τουρκικών κατοχικών δυνάμεων στην Κύπρο.
Η «ανισορροπία ισχύος» και το μήνυμα ότι «ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Τουρκίας»
Κεντρικός άξονας του άρθρου είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί μία σχεδόν δομική ανισορροπία ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.
Ο αρθρογράφος επικαλείται:
- τη μεγάλη πληθυσμιακή διαφορά,
- το μέγεθος της τουρκικής οικονομίας,
- το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας,
- τις ελληνικές αμυντικές δαπάνες,
- καθώς και τη διαφορετική γεωγραφική κλίμακα των δύο χωρών.
Η επιχειρηματολογία του οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η Τουρκία, κατά τον ίδιο, διαθέτει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος και η Ελλάδα αναγκάζεται να επενδύει δυσανάλογους πόρους για να διατηρήσει την αποτρεπτική της ικανότητα.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και την καταληκτική θέση του άρθρου ότι «ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Τουρκίας».
Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποτυπώνει μία στρατηγική λογική φθοράς: όχι απαραίτητα άμεσης αντιπαράθεσης, αλλά μακροπρόθεσμης πίεσης στην Ελλάδα σε οικονομικό, στρατιωτικό και κοινωνικό επίπεδο.
Στο στόχαστρο οι ελληνικές συμμαχίες με ΗΠΑ, Γαλλία και Ισραήλ
Ο Εσλέν στρέφεται επίσης κατά της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα επιχειρεί να εξισορροπήσει την Τουρκία μέσω των διεθνών της συμμαχιών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις σχέσεις της Ελλάδας με:
τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ισραήλ, αλλά και στη συμμετοχή της χώρας σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ.
Η συγκεκριμένη αναφορά μόνο τυχαία δεν είναι.
Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει ενισχύσει θεαματικά τη στρατηγική της συνεργασία με το Παρίσι, την Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ, δημιουργώντας ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα άμυνας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην τουρκική στρατηγική ανάγνωση, οι συμμαχίες αυτές αντιμετωπίζονται ως πολλαπλασιαστής ελληνικής ισχύος.
Και αυτό ακριβώς επιχειρεί να υποβαθμίσει το συγκεκριμένο άρθρο.
Επιστροφή στη θεωρία της «Μεγάλης Ιδέας»
Το κείμενο επαναφέρει παράλληλα ένα από τα πλέον γνώριμα εργαλεία της τουρκικής εθνικιστικής ρητορικής: τη σύνδεση της σύγχρονης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με τη λεγόμενη «Μεγάλη Ιδέα».
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη αντίληψη εξακολουθεί να επηρεάζει τη στρατηγική σκέψη της Αθήνας και χρησιμοποιεί αυτή την επιχειρηματολογία για να χαρακτηρίσει «μαξιμαλιστικές» τις ελληνικές θέσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Πρόκειται για μία ιδιαίτερα κρίσιμη επικοινωνιακή γραμμή της Άγκυρας.
Η Τουρκία επιχειρεί συστηματικά να παρουσιάσει ως «μαξιμαλιστική» την επίκληση του Διεθνούς Δικαίου και της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας από την ελληνική πλευρά, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει το δικό της πλαίσιο διεκδικήσεων.
12 μίλια, νησιά και βραχονησίδες ξανά στο τραπέζι
Το άρθρο επαναφέρει σχεδόν ολόκληρη την τουρκική ατζέντα στο Αιγαίο.
Γίνεται αναφορά:
στην επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, στις βραχονησίδες, στην υφαλοκρηπίδα και στις θαλάσσιες ζώνες.
Η συγκέντρωση όλων αυτών των θεμάτων σε ένα ενιαίο στρατηγικό κείμενο επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά ότι στην Τουρκία η διαφορά με την Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μία νομική διαφωνία για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ.
Αντιθέτως, το τουρκικό αφήγημα επιχειρεί να διευρύνει διαρκώς την ατζέντα, εντάσσοντας σε αυτή ακόμη και ζητήματα κυριαρχίας και αποστρατιωτικοποίησης.
Κυπριακό: Επίθεση επειδή η Ελλάδα ζητά αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων
Αντίστοιχα επιθετική είναι η προσέγγιση και στο Κυπριακό.
Ο Εσλέν επικρίνει την ελληνική και ελληνοκυπριακή πλευρά επειδή ζητούν τερματισμό του συστήματος εγγυήσεων και αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο.
Το σημείο είναι ενδεικτικό του χάσματος που εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο οποιασδήποτε βιώσιμης λύσης.
Για σημαντικό μέρος της τουρκικής στρατηγικής σκέψης, αντίθετα, η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στο νησί θεωρείται κρίσιμο εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής και ασφάλειας.
Το πιο ανησυχητικό σημείο: Η «χαρτογράφηση» ελληνικών ευαισθησιών
Εκεί όμως όπου το δημοσίευμα αποκτά διαφορετική διάσταση είναι στο κεφάλαιο που αφορά τις αποκαλούμενες «στρατηγικές ευαισθησίες» της Ελλάδας.
Ο Τούρκος αρθρογράφος επιχειρεί να περιγράψει τομείς στους οποίους, κατά τη γνώμη του, η Ελλάδα μπορεί να δεχθεί αυξημένη πίεση.
Αναφέρεται μεταξύ άλλων στα απομακρυσμένα νησιά του Αιγαίου και στις δυσκολίες που μπορεί να δημιουργεί η γεωγραφία στη διατήρηση γραμμών ανεφοδιασμού.
Είναι μία επικίνδυνη μετατόπιση της συζήτησης από τις πολιτικές διαφορές σε μία λογική καταγραφής δυνητικών σημείων πίεσης.
Η Ελλάδα, βεβαίως, έχει επενδύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια στην ενίσχυση της άμυνας των νησιών, στην επιτήρηση, στην αεράμυνα, στις δυνατότητες ταχείας αντίδρασης και στη διασύνδεση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη μιας τέτοιας συζήτησης στον τουρκικό δημόσιο διάλογο δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Ενεργειακά δίκτυα και υποθαλάσσια καλώδια
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις ενεργειακές διασυνδέσεις και στα υποθαλάσσια καλώδια.
Ο Εσλέν τα εντάσσει στις υποδομές που είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν «ασύμμετρες παρεμβάσεις», χωρίς να περιορίζει τη συζήτηση αποκλειστικά στο στρατιωτικό επίπεδο.
Η αναφορά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μία περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε κόμβο ηλεκτρικών διασυνδέσεων, μεταφοράς δεδομένων και ενεργειακών υποδομών.
Τα υποθαλάσσια καλώδια αποτελούν πλέον κρίσιμες υποδομές εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Δεν είναι απλώς τεχνικά έργα.
Αποτελούν νευραλγικές αρτηρίες οικονομίας, ενέργειας και επικοινωνιών.
Λιμάνια και κρίσιμες υποδομές στο επίκεντρο
Το ίδιο άρθρο αναφέρεται επίσης στα μεγάλα ελληνικά λιμάνια και στις ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Η συλλογιστική του επικεντρώνεται στην αυξανόμενη εξάρτηση των σύγχρονων υποδομών από ψηφιακά συστήματα και συνεπώς στην ανάγκη προστασίας τους από κυβερνοαπειλές και άλλες μορφές υβριδικής πίεσης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο για την Ελλάδα.
Λιμάνια, ενεργειακά δίκτυα, τηλεπικοινωνίες, συστήματα μεταφορών και κυβερνητικές υπηρεσίες αποτελούν πλέον τμήματα του ίδιου δικτύου εθνικής ασφάλειας.
Η έννοια της αποτροπής επομένως δεν περιορίζεται πλέον στα μαχητικά αεροσκάφη, στις φρεγάτες και στα άρματα.
Επεκτείνεται στον κυβερνοχώρο, στην ενεργειακή ασφάλεια, στις τηλεπικοινωνίες και στην προστασία κρίσιμων υποδομών.
Ακόμη πιο επικίνδυνη η σύνδεση μειονοτήτων και μεταναστών με «εσωτερικό μέτωπο»
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η προσπάθεια του δημοσιεύματος να συνδέσει ζητήματα μειονοτήτων, δημογραφίας και μεταναστευτικών πληθυσμών με πιθανές εσωτερικές κοινωνικές εντάσεις.
Ο αρθρογράφος αφήνει να εννοηθεί ότι τέτοιοι παράγοντες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά για την κοινωνική συνοχή της Ελλάδας.
Πρόκειται για μία εξαιρετικά ευαίσθητη προσέγγιση, καθώς μεταφέρει τη στρατηγική αντιπαράθεση από το εξωτερικό μέτωπο στο εσωτερικό κοινωνικό πεδίο.
Η σύγχρονη υβριδική απειλή άλλωστε δεν αφορά αποκλειστικά στρατιωτικά μέσα.
Περιλαμβάνει παραπληροφόρηση, κυβερνοεπιθέσεις, εργαλειοποίηση κοινωνικών εντάσεων και προσπάθειες υπονόμευσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Γι’ αυτό και η θωράκιση μιας χώρας δεν είναι αποκλειστικά υπόθεση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Είναι υπόθεση κρατικής ανθεκτικότητας και κοινωνικής συνοχής.
Η λέξη-κλειδί: «ασύμμετρη απάντηση»
Ίσως η σημαντικότερη φράση ολόκληρου του άρθρου βρίσκεται στο τέλος.
Ο Εσλέν υποστηρίζει ότι η τουρκική στρατηγική σκέψη πρέπει να διαθέτει ικανότητα «ασύμμετρης απάντησης» ως εργαλείο αποτροπής.
Η επιλογή της συγκεκριμένης ορολογίας δεν είναι αδιάφορη.
Η «ασύμμετρη» στρατηγική μπορεί να αφορά ένα πολύ ευρύ φάσμα ενεργειών, από πολιτική και οικονομική πίεση έως υβριδικές απειλές και εργαλεία επιρροής.
Το συγκεκριμένο κείμενο δεν συνιστά από μόνο του επίσημο τουρκικό στρατιωτικό δόγμα ούτε κυβερνητική ανακοίνωση.
Αποτελεί όμως χαρακτηριστικό δείγμα ενός στρατηγικού τρόπου σκέψης που υπάρχει σε τμήμα του τουρκικού δημόσιου διαλόγου και ο οποίος αντιμετωπίζει την Ελλάδα όχι απλώς ως γειτονικό κράτος με διαφορές, αλλά ως ανταγωνιστή του οποίου πρέπει να αναζητούνται συστηματικά οι αδυναμίες.
Γιατί το δημοσίευμα πρέπει να προβληματίσει την Αθήνα
Το σημαντικότερο λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστεί το άρθρο αποκλειστικά ως ακόμη ένα εμπρηστικό δημοσίευμα στον τουρκικό Τύπο.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η φιλοσοφία που αποτυπώνει.
Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως ένας αντίπαλος που πρέπει να πιεστεί ταυτόχρονα στρατιωτικά, οικονομικά, γεωπολιτικά και σε επίπεδο εσωτερικής ανθεκτικότητας.
Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη.
Η στρατηγική αποτροπή της χώρας περνά μέσα από:
ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, ισχυρές διεθνείς συμμαχίες, ενεργειακή ασφάλεια, προστασία κρίσιμων υποδομών, κυβερνοάμυνα και υψηλό επίπεδο κοινωνικής συνοχής.
Η πραγματική ισχύς ενός κράτους στον 21ο αιώνα δεν μετριέται μόνο στον αριθμό των αεροσκαφών ή των πολεμικών πλοίων του.
Μετριέται στην ικανότητά του να αντέχει σε ταυτόχρονη πίεση σε πολλά διαφορετικά μέτωπα.
Το μήνυμα πίσω από το άρθρο της Cumhuriyet
Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά το γεωπολιτικό και στρατιωτικό της αποτύπωμα τα τελευταία χρόνια.
Η συνεργασία με Γαλλία, ΗΠΑ και Ισραήλ, η αναβάθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και η αυξανόμενη στρατηγική σημασία της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν νέα δεδομένα.
Γι’ αυτό και η τουρκική στρατηγική συζήτηση στρέφεται όλο και περισσότερο όχι μόνο στο πώς θα αυξηθεί η ισχύς της Τουρκίας, αλλά και στο πώς θα περιοριστεί η δυνατότητα της Ελλάδας να αξιοποιήσει τα δικά της πλεονεκτήματα.
Το άρθρο της Cumhuriyet λειτουργεί έτσι ως ακόμη μία υπενθύμιση ότι πίσω από τη δημόσια ρητορική περί «ήρεμων νερών» εξακολουθούν να υπάρχουν βαθιές στρατηγικές διαφορές.
Και όσο στην Τουρκία παραμένουν στο τραπέζι ζητήματα κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης, 12 ναυτικών μιλίων, Ανατολικής Μεσογείου και Κύπρου, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την αποτροπή ως υπόθεση μόνο της επόμενης κρίσης.
Χρειάζεται στρατηγική βάθους, ανθεκτικότητα και διαρκή εγρήγορση.

Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.