Γιατί η Gen Z γλεντά με τους παππούδες της ...
Γιατί η Gen Z γλεντά με τους παππούδες της στα πανηγύρια;
ΠΟΛΛΑ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΦΤΕΙ την τελευταία πενταετία για την τρέλα της Gen Z με τα πανηγύρια, ειδικά όταν αυτά τελούνται τον Αύγουστο σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί. Από κατακραυγή για τη «φασεοποίηση» του τελετουργικού μιας κοινότητας μέχρι αναλύσεις για τον ρόλο των νέων στην εξέλιξη μιας παράδοσης και λίστες «best of» με τις πιο καμένες χορογραφίες και εμφανίσεις, το μόνο σίγουρο είναι ότι τα πανηγύρια έχουν γίνει ανάρπαστα, προσελκύοντας μεγάλους αριθμούς νέων, σε μια εξέλιξη που οι μεγαλύτεροι –για τους οποίους τα πανηγύρια φέρουν άλλες μνήμες και άλλους συμβολισμούς– δεν θα μπορούσαν να έχουν προβλέψει.
Πώς εξηγείται αυτή η αγάπη; Και πώς συνδέεται με άλλες μορφές επαναφοράς ή επανεφεύρεσης της ελληνικής παράδοσης απ’ την πλευρά των νέων, με την επιστροφή στο ρεμπέτικο και στα δημοτικά, στον «αγνό» κόσμο του παππού και της γιαγιάς, στα χωριά και στα βουνά, ακόμα και στο κομπολόι;
Σ’ έναν κόσμο όπου το καθετί μοιάζει επίπλαστο (διαμεσολαβημένο απ’ την οθόνη ή το χρήμα ή τον αλγόριθμο· στημένο για τον φακό), ο «αμόλυντος» κόσμος της παράδοσης ξεπροβάλλει σαν όαση. Η αίγλη του χωριού και του καφενείου είναι η ίδια με αυτή της παρθένας παραλίας: η υπόσχεση του ατόφιου.
Η απάντηση έχει να κάνει με τον κόσμο της ταχύτητας και της πληροφορίας στον οποίο όλοι, και ακόμα περισσότερο οι νεότεροι, ζούμε πια. Το θέαμα και το εμπόρευμα παίζουν δραματικά μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μας απ’ ό,τι πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια. Η ψηφιακότητα έχει γίνει δεύτερη φύση, προκαλώντας ριζικές μεταβολές. Αρχικά, έχουμε δει μια φοβερή συμπίεση του χώρου και του χρόνου, καθώς ο πολλαπλασιασμός των υποχρεώσεων και η διαρκής συνδεσιμότητα κάνουν την καθημερινότητα αφενός πιο γρήγορη και αφετέρου πιο γεμάτη, πλημμυρισμένη με «δεδομένα» των οποίων το περιεχόμενο είναι αποσπασματικό και συχνά άνευ νοήματος.
Ταυτόχρονα, η μοναξιά αυξάνεται όσο οι οθόνες απορροφούν όλο και περισσότερο απ’ τον χρόνο μας (μια τάση που εντείνει –και εντείνεται από– τη διάβρωση του κοινωνικού ιστού και τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου)· ακόμα και όταν επικοινωνούμε διαρκώς, η εμπειρία μας παραμένει ατομική.
Τέλος, βλέπουμε μια επιτάχυνση στη δημιουργία ταυτοτήτων, εφόσον το διαδίκτυο επιτρέπει την παραγωγή ταχύτερων και πιο συγκεκριμένων ταυτίσεων (fandoms και aesthetics, αλλά επίσης memes, περιεχόμενο «for you» και echo chambers).
Η αίσθηση της εξασθένισης αυτών των στοιχείων –βραδύτητα και γαλήνη, συνοχή και νόημα, κοινότητα και παγιωμένη ταυτότητα, ρίζες– δημιουργεί μια νοσταλγία που διαφέρει σημαντικά από την παραδοσιακή εκδοχή του νόστου. Η νοσταλγία του 21ου αιώνα αφορά λιγότερο στιγμές που έχουμε περάσει και περισσότερο μια λαχτάρα για το ίδιο το παρελθόν, για έναν ιδεατό τόπο μακριά από τα ελλείμματα (και την περίσσεια) του σήμερα. Όλο και συχνότερα, νοσταλγούμε καιρούς που δεν έχουμε ζήσει, έστω και ως εικόνες στις ίδιες ψηφιακές πλατφόρμες με τις οποίες τους αντιπαραθέτουμε: ένα Instagram reel μ’ έναν παππού στο καφενείο· ένα TikTok για τη γιαγιά που πλέκει ή μαγειρεύει ή φροντίζει ζώα· ένα βίντεο στο YouTube από τον κύκλο του πανηγυριού – όλα αυτά είναι ικανά να συγκινήσουν τον μέσο 20χρονο Αθηναίο με τη φαινομενική απλότητα και αθωότητά τους.
Πάνω απ’ όλα, αυτό που κάνει το παρελθόν και, ακόμα περισσότερο, την παράδοση να φαντάζουν ελκυστικά είναι η αίσθηση της αυθεντικότητας που φέρουν. Σ’ έναν κόσμο όπου το καθετί μοιάζει επίπλαστο (διαμεσολαβημένο απ’ την οθόνη ή το χρήμα ή τον αλγόριθμο· στημένο για τον φακό), ο «αμόλυντος» κόσμος της παράδοσης ξεπροβάλλει σαν όαση. Η αίγλη του χωριού και του καφενείου είναι η ίδια με αυτή της παρθένας παραλίας: η υπόσχεση του ατόφιου.
Είναι ακριβώς αυτή η μη εμπορευματική πτυχή της αυθεντικότητας που την κάνει, παραδόξως, το πιο πολύτιμο εμπόρευμα. Μια ολόκληρη οικονομία έχει βασιστεί στην κατασκευή «αυθεντικών εμπειριών», με τις γνωστές επιπτώσεις της διάβρωσης του αυθεντικού (η παρθένα παραλία γεμίζει ξαπλώστρες, το πανηγύρι γεμίζει τουρίστες, καμία απ’ τις δύο τοποθεσίες δεν είναι πια φιλόξενη για τους ντόπιους).Ωστόσο, αν απλώς κατακρίνουμε τη σύγχρονη δημοφιλία των πανηγυριών ως μη αυθεντική, θα μείνουμε με μια μερική και, όπως έχει επισημανθεί, κάπως ελιτίστικη ανάλυση. Στην πραγματικότητα, η «χαμένη αυθεντικότητα» του πανηγυριού αποτελεί κομμάτι της εξέλιξής του σε κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο και, ενίοτε, ενδιαφέρον. Νοσταλγώντας ένα συμπαγές παρελθόν, προσπαθώντας να επιστρέψει σε κάτι, η Gen Z συναντάει την παράδοση και την μπολιάζει με τα δικά της, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Νέοι τρόποι προσέγγισης της μουσικής, νέοι χοροί, νέες ιδέες περί ξεφαντώματος, διαφορετικές διαγενεακές και έμφυλες σχέσεις τέμνονται σε κάτι που δεν είναι ακριβώς το παραδοσιακό πανηγύρι, αλλά που αναπτύσσει και αναζωογονεί αυτή την πολιτισμική μορφή.
Προφανώς δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε τις υπερβολές των λουξ πανηγυριών στα πιο δημοφιλή νησιά, όπου οι επισκέπτες εκτοπίζουν τους ντόπιους ενώ καλά καλά δεν χωράνε οι ίδιοι να χορέψουν (αν και, εκεί το πρόβλημα είναι κυρίως το πρόβλημα των νησιών εν γένει: υπερτουρισμός, ακρίβεια, εκμετάλλευση)· ούτε, όμως, μπορούμε να απορρίπτουμε την Gen Z εκδοχή των πανηγυριών αφ’ υψηλού, στο όνομα ενός μυθικού παρελθόντος και μιας λαϊκότητας την οποία αστυνομεύουμε, στεκόμενοι συχνότερα «έξω απ’ τον χορό». Κάτι φρέσκο και ενδιαφέρον συμβαίνει στα πανηγύρια που γεμίζουν νέους. Κυνηγώντας την αυθεντικότητα, η Gen Z σκοντάφτει και παρασέρνεται, παρασέρνοντας μαζί της το τελετουργικό και ενίοτε παράγοντας νέες μορφές, αυθεντικής και μη, συλλογικής χαράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.