Ο χειρότερος χειμώνας της 10ετίας για Ελλάδα

Ο χειρότερος χειμώνας της 10ετίας για Ελλάδα – Κόστος ενέργειας, πληθωρισμός και ακριβό χρήμα: Τριπλό σοκ απειλεί την οικονομία
To σενάριο τρόμου της ΕΚΤ για πετρέλαιο στα 132 δολάρια το βαρέλι και ευρωπαϊκό φυσικό αέριο στα 130 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο τέταρτο τρίμηνο του 2026 – Ευάλωτη η ελληνική οικονομία στα εξωτερικά σοκ
Ένα επικίνδυνο σπιράλ αρχίζει να σχηματίζεται γύρω από την ελληνική οικονομία για τον επερχόμενο χειμώνα, ο οποίος αναμένεται να είναι ο χειρότερος της δεκαετίας.
Οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, ο πληθωρισμός αναγκάζει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διατηρεί αυστηρή –ή και αυστηρότερη– νομισματική πολιτική και το ακριβότερο χρήμα επιστρέφει στην πραγματική οικονομία, πιέζοντας νοικοκυριά, επιχειρήσεις και επενδύσεις.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ελλάδα θα επηρεαστεί.
Είναι πόσο βαθιά θα μεταδοθεί το νέο σοκ.
Το ακραίο σενάριο ενεργειακής κλιμάκωσης που εξετάζει η ΕΚΤ δείχνει με πόση ταχύτητα μία γεωπολιτική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικό πρόβλημα πρώτου μεγέθους.
Στο λεγόμενο «severe scenario», το πετρέλαιο φθάνει περίπου στα 132 δολάρια το βαρέλι και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο στα 130 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο τέταρτο τρίμηνο του 2026.
Εάν δούμε τις γεωπολιτικές εξελίξεις, το αρνητικό σενάριο δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά είναι σοβαρό ενδεχόμενο.
Πρόκειται για επίπεδα περίπου 53% υψηλότερα για το πετρέλαιο και 116% υψηλότερα για το φυσικό αέριο σε σχέση με το βασικό σενάριο της ΕΚΤ.
Το σοκ αυτό δεν θα έμενε περιορισμένο στα πρατήρια ή στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Η ίδια η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, οι υψηλότερες ενεργειακές τιμές μεταδίδονται σταδιακά στο κόστος παραγωγής, στα τρόφιμα και στον δομικό πληθωρισμό, ενώ η μεγαλύτερη αβεβαιότητα, η εξασθένηση του εμπορίου και οι αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες λειτουργούν σωρευτικά εις βάρος της ανάπτυξης.
Η Ελλάδα ήδη νιώθει τη φωτιά της κρίσης
Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν ξεκινά από το μηδέν.
Ο πληθωρισμός έχει ήδη επιστρέψει σε ανοδική τροχιά.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος πληθωρισμός τον Αύγουστο του 2026 ανήλθε στο 3,8%, από 3,4% τον Ιούλιο και 2,9% τον Αύγουστο του 2025.
Στο δωδεκάμηνο, η μέση αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 3,4%.
Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό νοικοκυριό μπαίνει σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας ενώ η αγοραστική του δύναμη εξακολουθεί να δέχεται πίεση από τρεις πλευρές: ενέργεια και καύσιμα, τρόφιμα και στέγαση.
Η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας καθιστά κάθε μεγάλη διεθνή αναταραχή άμεσα ορατή στην καθημερινότητα.
Μια άνοδος του πετρελαίου αυξάνει το κόστος μετακίνησης, μεταφοράς και παραγωγής.
Η άνοδος του φυσικού αερίου επηρεάζει την ηλεκτροπαραγωγή και τη βιομηχανία.
Και στη συνέχεια ο λογαριασμός περνά σε ολόκληρη την οικονομία: από το χωράφι και το εργοστάσιο μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ.
Τα σενάρια της ΕΚΤ

«Το παλιό μοντέλο τελειώνει», παρακμή στην Ευρώπη
Η προειδοποίηση που απεύθυνε πρόσφατα η Christine Lagarde δεν αφορά μόνο τον επόμενο πληθωρισμό.
Αφορά το ίδιο το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο.
Σε πρόσφατες παρεμβάσεις της, η πρόεδρος της ΕΚΤ περιέγραψε ένα μοντέλο ανάπτυξης που στηρίχθηκε επί δεκαετίες σε τρεις βασικούς πυλώνες: στην επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου, στη βιομηχανική παραγωγή με πρόσβαση σε σχετικά φθηνή ενέργεια και σε ένα σταθερό γεωπολιτικό περιβάλλον, με την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας να αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις παράγοντες σταθερότητας.
Οι προϋποθέσεις αυτές πλέον κλονίζονται.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη ούτε την απρόσκοπτη λειτουργία του παγκόσμιου εμπορίου ούτε τη φθηνή ενέργεια ούτε το παλαιό γεωπολιτικό πλαίσιο.
Η Lagarde έχει προειδοποιήσει ότι η μεταπολεμική αναπτυξιακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης διαβρώνεται και ότι η επιστροφή στις συνθήκες του παρελθόντος είναι πλέον αδύνατη.
Για την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο.
Μια οικονομία που προσπαθεί να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης – εν μέσω χαμηλής παραγωγικότητας εργασίας και κεφαλαίου - να χρηματοδοτήσει επενδύσεις και να καλύψει ένα μεγάλο επενδυτικό κενό είναι ιδιαίτερα ευάλωτη έναντι ενός παρατεταμένου ενεργειακού και χρηματοπιστωτικού σοκ.

Το δεύτερο μέτωπο: το ακριβό χρήμα
Και εδώ βρίσκεται η έτερη πλευρά του κινδύνου.
Στις 10 Σεπτεμβρίου η ΕΚΤ αποφάσισε νέα αύξηση των τριών βασικών επιτοκίων της κατά 25 μονάδες βάσης, κρίνοντας ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις και ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στο βασικό σενάριο των νέων προβολών της, η ΕΚΤ βλέπει μέσο πληθωρισμό 3,0% το 2026, 2,5% το 2027 και 2,1% το 2028.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της οικονομίας είναι διττό: το ενεργειακό σοκ μειώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η απάντηση της νομισματικής πολιτικής αυξάνει το κόστος του χρήματος.
Τα νεότερα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν ήδη το βάρος.
Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στα νέα δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 4,67%, ενώ στα υφιστάμενα δάνεια αυξήθηκε στο 4,81%.
Την ίδια στιγμή, το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων καταθέσεων ήταν μόλις 0,37%.
Το χάσμα ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και στην απόδοση της αποταμίευσης παραμένει επομένως εξαιρετικά μεγάλο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα επιμέρους στοιχεία.
Το μέσο επιτόκιο νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν 3,53%, ενώ στα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια άνω των πέντε ετών είχε ανέλθει στο 3,72%.
Για τα υφιστάμενα επιχειρηματικά δάνεια αντίστοιχης διάρκειας, το μέσο επιτόκιο έφθασε στο 4,38%, ενώ στα νέα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο βρισκόταν στο 4,45%.
Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι αφηρημένοι.
Κάθε αύξηση των επιτοκίων μεταφράζεται, με χρονική υστέρηση, σε υψηλότερες δόσεις, ακριβότερες αναχρηματοδοτήσεις και μεγαλύτερο κόστος για νέες επενδύσεις.
Επιχειρήσεις: το ενεργειακό σοκ περνά στην παραγωγή
Για τις επιχειρήσεις, ο συνδυασμός ακριβής ενέργειας και ακριβού χρήματος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Μια βιομηχανία ή μια μικρομεσαία επιχείρηση μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη ταυτόχρονα με υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας, αυξημένο κόστος πρώτων υλών και μεταφορών και ακριβότερο δανεισμό. Αν δεν μπορεί να μετακυλίσει ολόκληρο το κόστος στις τελικές τιμές, τα περιθώρια κέρδους συμπιέζονται.
Αν το μετακυλίσει, τροφοδοτεί περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Η πίεση έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η τραπεζική χρηματοδότηση παρουσιάζει ήδη σημάδια επιβράδυνσης.
Τον Ιούλιο, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής χρηματοδότησης προς την ιδιωτική οικονομία υποχώρησε στο 6,8% από 7,7% τον προηγούμενο μήνα.
Η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις παρουσίασε μηνιαία καθαρή αρνητική ροή 2,552 δισ. ευρώ, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής υποχώρησε στο 8,9% από 10,2%.
Πίσω από τις μηνιαίες διακυμάνσεις, το μήνυμα είναι σαφές: η οικονομία χρειάζεται επενδύσεις και ρευστότητα ακριβώς τη στιγμή που το χρήμα γίνεται ακριβότερο.
Νοικοκυριά: η πίεση στο κόστος διαβίωσης εντείνεται
Για τα νοικοκυριά, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο άμεσο.
Η ακρίβεια χτυπά το διαθέσιμο εισόδημα, η στέγαση απορροφά όλο και μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού και τα υψηλότερα επιτόκια επιβαρύνουν όσους έχουν κυμαινόμενα δάνεια ή θα χρειαστούν νέα χρηματοδότηση.
Η αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης μπορεί να φαίνεται μικρή σε έναν τίτλο οικονομικής είδησης.
Για ένα νοικοκυριό όμως με μεγάλο υπόλοιπο στεγαστικού δανείου, όταν προστίθεται σε προηγούμενες αυξήσεις και παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετατρέπεται σε μόνιμη επιβάρυνση.
Το ίδιο ισχύει για μια μικρή επιχείρηση που ανανεώνει γραμμή χρηματοδότησης ή για έναν ελεύθερο επαγγελματία που χρειάζεται κεφάλαιο κίνησης.
Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα: το υψηλό κόστος χρήματος δεν πλήττει μόνο όσους ήδη χρωστούν.
Πλήττει και όσους θα μπορούσαν να επενδύσουν, να αγοράσουν κατοικία ή να επεκτείνουν μια επιχείρηση.
Η νομισματική σύσφιγξη λειτουργεί έτσι και ως φρένο στη μελλοντική ζήτηση και ανασχετικά για την ανάπτυξη.
Το πραγματικό εφιαλτικό σενάριο
Το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να ακριβύνει το πετρέλαιο.
Είναι να δημιουργηθεί ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος: Ακριβότερη ενέργεια → υψηλότερος πληθωρισμός → αυστηρότερη νομισματική πολιτική → ακριβότερος δανεισμός → χαμηλότερη κατανάλωση και επένδυση → ασθενέστερη ανάπτυξη.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που κάνει την παρούσα συγκυρία τόσο επικίνδυνη.
Η οικονομία μπορεί να αντέξει ένα μεμονωμένο πλήγμα.
Δυσκολότερα όμως αντέχει όταν τρία σοκ λειτουργούν ταυτόχρονα και αλληλοενισχύονται.
Η ΕΚΤ, στο ακραίο ενεργειακό της σενάριο, προειδοποιεί ακριβώς για αυτή τη μετάδοση: η αρχική άνοδος των τιμών της ενέργειας δεν εξαντλείται στην ενέργεια, αλλά περνά σταδιακά σε ευρύτερες τιμές και μισθούς, διατηρώντας τον πληθωρισμό υψηλότερο για περισσότερο χρόνο και επιβαρύνοντας την ανάπτυξη.
Για την Ελλάδα, λοιπόν, το μεγάλο στοίχημα των επόμενων μηνών δεν θα είναι απλώς η πορεία ενός δείκτη πληθωρισμού ή η επόμενη απόφαση της ΕΚΤ.
Θα είναι αν η οικονομία μπορεί να απορροφήσει ένα νέο τριπλό εξωτερικό σοκ χωρίς να ξαναμπεί σε έναν φαύλο κύκλο απώλειας εισοδήματος, υψηλού κόστους παραγωγής και αναστολής των επενδύσεων.
Εάν η ενεργειακή κρίση κλιμακωθεί και οι τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση: να προστατεύσει το εισόδημα των πολιτών χωρίς να τροφοδοτήσει νέο πληθωρισμό, να στηρίξει την παραγωγή χωρίς να εκτροχιάσει τα δημόσια οικονομικά και να διατηρήσει τον επενδυτικό της δυναμισμό την ώρα που το χρήμα γίνεται ακριβότερο.
www.bankingnews.gr
Οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, ο πληθωρισμός αναγκάζει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διατηρεί αυστηρή –ή και αυστηρότερη– νομισματική πολιτική και το ακριβότερο χρήμα επιστρέφει στην πραγματική οικονομία, πιέζοντας νοικοκυριά, επιχειρήσεις και επενδύσεις.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ελλάδα θα επηρεαστεί.
Είναι πόσο βαθιά θα μεταδοθεί το νέο σοκ.
Το ακραίο σενάριο ενεργειακής κλιμάκωσης που εξετάζει η ΕΚΤ δείχνει με πόση ταχύτητα μία γεωπολιτική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικό πρόβλημα πρώτου μεγέθους.
Στο λεγόμενο «severe scenario», το πετρέλαιο φθάνει περίπου στα 132 δολάρια το βαρέλι και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο στα 130 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο τέταρτο τρίμηνο του 2026.
Εάν δούμε τις γεωπολιτικές εξελίξεις, το αρνητικό σενάριο δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά είναι σοβαρό ενδεχόμενο.
Πρόκειται για επίπεδα περίπου 53% υψηλότερα για το πετρέλαιο και 116% υψηλότερα για το φυσικό αέριο σε σχέση με το βασικό σενάριο της ΕΚΤ.
Το σοκ αυτό δεν θα έμενε περιορισμένο στα πρατήρια ή στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Η ίδια η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, οι υψηλότερες ενεργειακές τιμές μεταδίδονται σταδιακά στο κόστος παραγωγής, στα τρόφιμα και στον δομικό πληθωρισμό, ενώ η μεγαλύτερη αβεβαιότητα, η εξασθένηση του εμπορίου και οι αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες λειτουργούν σωρευτικά εις βάρος της ανάπτυξης.
Η Ελλάδα ήδη νιώθει τη φωτιά της κρίσης
Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν ξεκινά από το μηδέν.
Ο πληθωρισμός έχει ήδη επιστρέψει σε ανοδική τροχιά.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος πληθωρισμός τον Αύγουστο του 2026 ανήλθε στο 3,8%, από 3,4% τον Ιούλιο και 2,9% τον Αύγουστο του 2025.
Στο δωδεκάμηνο, η μέση αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 3,4%.
Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό νοικοκυριό μπαίνει σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας ενώ η αγοραστική του δύναμη εξακολουθεί να δέχεται πίεση από τρεις πλευρές: ενέργεια και καύσιμα, τρόφιμα και στέγαση.
Η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας καθιστά κάθε μεγάλη διεθνή αναταραχή άμεσα ορατή στην καθημερινότητα.
Μια άνοδος του πετρελαίου αυξάνει το κόστος μετακίνησης, μεταφοράς και παραγωγής.
Η άνοδος του φυσικού αερίου επηρεάζει την ηλεκτροπαραγωγή και τη βιομηχανία.
Και στη συνέχεια ο λογαριασμός περνά σε ολόκληρη την οικονομία: από το χωράφι και το εργοστάσιο μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ.
Τα σενάρια της ΕΚΤ

«Το παλιό μοντέλο τελειώνει», παρακμή στην Ευρώπη
Η προειδοποίηση που απεύθυνε πρόσφατα η Christine Lagarde δεν αφορά μόνο τον επόμενο πληθωρισμό.
Αφορά το ίδιο το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο.
Σε πρόσφατες παρεμβάσεις της, η πρόεδρος της ΕΚΤ περιέγραψε ένα μοντέλο ανάπτυξης που στηρίχθηκε επί δεκαετίες σε τρεις βασικούς πυλώνες: στην επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου, στη βιομηχανική παραγωγή με πρόσβαση σε σχετικά φθηνή ενέργεια και σε ένα σταθερό γεωπολιτικό περιβάλλον, με την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας να αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις παράγοντες σταθερότητας.
Οι προϋποθέσεις αυτές πλέον κλονίζονται.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη ούτε την απρόσκοπτη λειτουργία του παγκόσμιου εμπορίου ούτε τη φθηνή ενέργεια ούτε το παλαιό γεωπολιτικό πλαίσιο.
Η Lagarde έχει προειδοποιήσει ότι η μεταπολεμική αναπτυξιακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης διαβρώνεται και ότι η επιστροφή στις συνθήκες του παρελθόντος είναι πλέον αδύνατη.
Για την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο.
Μια οικονομία που προσπαθεί να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης – εν μέσω χαμηλής παραγωγικότητας εργασίας και κεφαλαίου - να χρηματοδοτήσει επενδύσεις και να καλύψει ένα μεγάλο επενδυτικό κενό είναι ιδιαίτερα ευάλωτη έναντι ενός παρατεταμένου ενεργειακού και χρηματοπιστωτικού σοκ.

Το δεύτερο μέτωπο: το ακριβό χρήμα
Και εδώ βρίσκεται η έτερη πλευρά του κινδύνου.
Στις 10 Σεπτεμβρίου η ΕΚΤ αποφάσισε νέα αύξηση των τριών βασικών επιτοκίων της κατά 25 μονάδες βάσης, κρίνοντας ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις και ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στο βασικό σενάριο των νέων προβολών της, η ΕΚΤ βλέπει μέσο πληθωρισμό 3,0% το 2026, 2,5% το 2027 και 2,1% το 2028.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της οικονομίας είναι διττό: το ενεργειακό σοκ μειώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η απάντηση της νομισματικής πολιτικής αυξάνει το κόστος του χρήματος.
Τα νεότερα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν ήδη το βάρος.
Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στα νέα δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 4,67%, ενώ στα υφιστάμενα δάνεια αυξήθηκε στο 4,81%.
Την ίδια στιγμή, το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων καταθέσεων ήταν μόλις 0,37%.
Το χάσμα ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και στην απόδοση της αποταμίευσης παραμένει επομένως εξαιρετικά μεγάλο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα επιμέρους στοιχεία.
Το μέσο επιτόκιο νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν 3,53%, ενώ στα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια άνω των πέντε ετών είχε ανέλθει στο 3,72%.
Για τα υφιστάμενα επιχειρηματικά δάνεια αντίστοιχης διάρκειας, το μέσο επιτόκιο έφθασε στο 4,38%, ενώ στα νέα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο βρισκόταν στο 4,45%.
Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι αφηρημένοι.
Κάθε αύξηση των επιτοκίων μεταφράζεται, με χρονική υστέρηση, σε υψηλότερες δόσεις, ακριβότερες αναχρηματοδοτήσεις και μεγαλύτερο κόστος για νέες επενδύσεις.
Επιχειρήσεις: το ενεργειακό σοκ περνά στην παραγωγή
Για τις επιχειρήσεις, ο συνδυασμός ακριβής ενέργειας και ακριβού χρήματος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Μια βιομηχανία ή μια μικρομεσαία επιχείρηση μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη ταυτόχρονα με υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας, αυξημένο κόστος πρώτων υλών και μεταφορών και ακριβότερο δανεισμό. Αν δεν μπορεί να μετακυλίσει ολόκληρο το κόστος στις τελικές τιμές, τα περιθώρια κέρδους συμπιέζονται.
Αν το μετακυλίσει, τροφοδοτεί περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Η πίεση έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η τραπεζική χρηματοδότηση παρουσιάζει ήδη σημάδια επιβράδυνσης.
Τον Ιούλιο, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής χρηματοδότησης προς την ιδιωτική οικονομία υποχώρησε στο 6,8% από 7,7% τον προηγούμενο μήνα.
Η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις παρουσίασε μηνιαία καθαρή αρνητική ροή 2,552 δισ. ευρώ, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής υποχώρησε στο 8,9% από 10,2%.
Πίσω από τις μηνιαίες διακυμάνσεις, το μήνυμα είναι σαφές: η οικονομία χρειάζεται επενδύσεις και ρευστότητα ακριβώς τη στιγμή που το χρήμα γίνεται ακριβότερο.
Νοικοκυριά: η πίεση στο κόστος διαβίωσης εντείνεται
Για τα νοικοκυριά, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο άμεσο.
Η ακρίβεια χτυπά το διαθέσιμο εισόδημα, η στέγαση απορροφά όλο και μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού και τα υψηλότερα επιτόκια επιβαρύνουν όσους έχουν κυμαινόμενα δάνεια ή θα χρειαστούν νέα χρηματοδότηση.
Η αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης μπορεί να φαίνεται μικρή σε έναν τίτλο οικονομικής είδησης.
Για ένα νοικοκυριό όμως με μεγάλο υπόλοιπο στεγαστικού δανείου, όταν προστίθεται σε προηγούμενες αυξήσεις και παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετατρέπεται σε μόνιμη επιβάρυνση.
Το ίδιο ισχύει για μια μικρή επιχείρηση που ανανεώνει γραμμή χρηματοδότησης ή για έναν ελεύθερο επαγγελματία που χρειάζεται κεφάλαιο κίνησης.
Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα: το υψηλό κόστος χρήματος δεν πλήττει μόνο όσους ήδη χρωστούν.
Πλήττει και όσους θα μπορούσαν να επενδύσουν, να αγοράσουν κατοικία ή να επεκτείνουν μια επιχείρηση.
Η νομισματική σύσφιγξη λειτουργεί έτσι και ως φρένο στη μελλοντική ζήτηση και ανασχετικά για την ανάπτυξη.
Το πραγματικό εφιαλτικό σενάριο
Το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να ακριβύνει το πετρέλαιο.
Είναι να δημιουργηθεί ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος: Ακριβότερη ενέργεια → υψηλότερος πληθωρισμός → αυστηρότερη νομισματική πολιτική → ακριβότερος δανεισμός → χαμηλότερη κατανάλωση και επένδυση → ασθενέστερη ανάπτυξη.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που κάνει την παρούσα συγκυρία τόσο επικίνδυνη.
Η οικονομία μπορεί να αντέξει ένα μεμονωμένο πλήγμα.
Δυσκολότερα όμως αντέχει όταν τρία σοκ λειτουργούν ταυτόχρονα και αλληλοενισχύονται.
Η ΕΚΤ, στο ακραίο ενεργειακό της σενάριο, προειδοποιεί ακριβώς για αυτή τη μετάδοση: η αρχική άνοδος των τιμών της ενέργειας δεν εξαντλείται στην ενέργεια, αλλά περνά σταδιακά σε ευρύτερες τιμές και μισθούς, διατηρώντας τον πληθωρισμό υψηλότερο για περισσότερο χρόνο και επιβαρύνοντας την ανάπτυξη.
Για την Ελλάδα, λοιπόν, το μεγάλο στοίχημα των επόμενων μηνών δεν θα είναι απλώς η πορεία ενός δείκτη πληθωρισμού ή η επόμενη απόφαση της ΕΚΤ.
Θα είναι αν η οικονομία μπορεί να απορροφήσει ένα νέο τριπλό εξωτερικό σοκ χωρίς να ξαναμπεί σε έναν φαύλο κύκλο απώλειας εισοδήματος, υψηλού κόστους παραγωγής και αναστολής των επενδύσεων.
Εάν η ενεργειακή κρίση κλιμακωθεί και οι τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση: να προστατεύσει το εισόδημα των πολιτών χωρίς να τροφοδοτήσει νέο πληθωρισμό, να στηρίξει την παραγωγή χωρίς να εκτροχιάσει τα δημόσια οικονομικά και να διατηρήσει τον επενδυτικό της δυναμισμό την ώρα που το χρήμα γίνεται ακριβότερο.
www.bankingnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.