Από τα αμερικανικά πανεπιστήμια μέχρι τη Μέση Ανατολή

Από τα αμερικανικά πανεπιστήμια μέχρι τη Μέση Ανατολή: Η μάχη για την επόμενη παγκόσμια τάξη – Κατάρ, πανεπιστήμια και ο νέος άξονας Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν
Μια βαθιά γεωπολιτική αναδιάταξη βρίσκεται σε εξέλιξη γύρω από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από τη μία πλευρά, παραδοσιακοί εταίροι της Ουάσινγκτον στη Μέση Ανατολή επιχειρούν να οικοδομήσουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Από την άλλη, στο εσωτερικό της Αμερικής μαίνεται μια ολοένα εντονότερη συζήτηση για την ξένη χρηματοδότηση πανεπιστημίων, την πολιτική επιρροή και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι ελίτ της επόμενης γενιάς.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ερώτημα που αποκτά πλέον τεράστια σημασία:
Μπορούν αυτές οι δύο παράλληλες διαδικασίες –η εξωτερική αμφισβήτηση της αμερικανικής στρατηγικής κυριαρχίας και η εσωτερική κρίση εμπιστοσύνης προς το ίδιο το αμερικανικό μοντέλο– να λειτουργήσουν τελικά προς την ίδια κατεύθυνση;
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο έντονη μετά τη διαμόρφωση της νέας αμυντικής ευθυγράμμισης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, αλλά και εξαιτίας του ιδιαίτερα ισχυρού οικονομικού και διπλωματικού αποτυπώματος που έχει αναπτύξει το Κατάρ στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι όλες αυτές οι κινήσεις αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου, κεντρικά οργανωμένου σχεδίου.
Υπάρχει, όμως, μια σύγκλιση αποτελεσμάτων που αξίζει σοβαρής γεωπολιτικής ανάλυσης.
Η μεγάλη αμερικανική υπόθεση που αρχίζει να καταρρέει
Για δεκαετίες η Ουάσινγκτον αντιμετώπιζε μια σειρά χωρών της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης μουσουλμανικής περιφέρειας με βάση μια απλή λογική:
όσο αυτές εξαρτώνται από την αμερικανική στρατιωτική προστασία, τα αμερικανικά οπλικά συστήματα, τις επενδύσεις, τις αγορές και τις πολιτικές εγγυήσεις ασφαλείας, τόσο θα παραμένουν εντός ενός συστήματος που ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ.
Αυτή η υπόθεση γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη.
Η Σαουδική Αραβία αναζητεί μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Η Τουρκία επιδιώκει εδώ και χρόνια ρόλο αυτόνομης περιφερειακής δύναμης.
Το Πακιστάν διατηρεί στενή στρατηγική σχέση με την Κίνα και διαθέτει το μοναδικό πυρηνικό οπλοστάσιο στον μουσουλμανικό κόσμο.
Η μεταξύ τους προσέγγιση δημιουργεί επομένως ένα νέο δεδομένο:
τρεις χώρες που επί δεκαετίες βρίσκονταν σε διαφορετικούς βαθμούς μέσα στο αμερικανικό στρατηγικό σύστημα εξετάζουν πλέον την ασφάλειά τους και πέρα από αυτό.
Ο νέος άξονας που προκαλεί προβληματισμό σε Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ
Η αναδυόμενη συνεργασία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ακόμη μία διπλωματική συμφωνία μεταξύ μουσουλμανικών κρατών.
Καθεμία από τις τρεις χώρες φέρνει διαφορετικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τεράστια οικονομική ισχύ, ενεργειακό βάρος και πρόσβαση σε διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Η Τουρκία διαθέτει μεγάλη στρατιωτική μηχανή, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, drones, πυραυλικά προγράμματα και σημαντική γεωπολιτική εμπειρία.
Το Πακιστάν διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό, στρατιωτική τεχνογνωσία και –κυρίως– πυρηνικά όπλα.
Ο συνδυασμός σαουδαραβικού κεφαλαίου, τουρκικής στρατιωτικής βιομηχανίας και πακιστανικής πυρηνικής ισχύος δημιουργεί μια εξίσωση που κανείς στην Ουάσινγκτον, την Ιερουσαλήμ ή το Νέο Δελχί δεν μπορεί να αγνοήσει.
Το Κατάρ παίζει διαφορετικό παιχνίδι
Μέσα σε αυτή τη μεγάλη εικόνα, το Κατάρ ακολουθεί μια διαφορετική στρατηγική.
Η Ντόχα δεν διαθέτει το δημογραφικό βάρος του Πακιστάν ούτε τη στρατιωτική μηχανή της Τουρκίας.
Δεν χρειάζεται όμως να τα διαθέτει.
Η πραγματική ισχύς του Κατάρ βρίσκεται στο χρήμα, στα διεθνή δίκτυα, στα μέσα ενημέρωσης, στη διπλωματική διαμεσολάβηση και στη δυνατότητα πρόσβασης σε δυτικούς θεσμούς.
Η Ντόχα έχει επενδύσει επί χρόνια στην οικοδόμηση σχέσεων με πολιτικά, επιχειρηματικά, ακαδημαϊκά και επικοινωνιακά κέντρα ισχύος στη Δύση.
Και ακριβώς εδώ ξεκινά η αμερικανική συζήτηση γύρω από τα πανεπιστήμια.
Τα αμερικανικά πανεπιστήμια στο επίκεντρο
Η χρηματοδότηση αμερικανικών πανεπιστημίων από ξένες κυβερνήσεις και φορείς έχει μετατραπεί σε σημαντικό πολιτικό ζήτημα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το ερώτημα δεν είναι εάν κάθε ξένη δωρεά αποτελεί προσπάθεια χειραγώγησης.
Δεν αποτελεί.
Το σοβαρό ερώτημα είναι διαφορετικό:
Τι συμβαίνει όταν τεράστια χρηματοδοτικά ποσά προέρχονται από κράτη με συγκεκριμένες γεωπολιτικές επιδιώξεις και διοχετεύονται σε ιδρύματα που παράγουν μεγάλο μέρος της αυριανής αμερικανικής πολιτικής, δημοσιογραφικής, επιχειρηματικής και διπλωματικής ελίτ;
Γιατί τα πανεπιστήμια δεν παράγουν απλώς πτυχία.
Παράγουν ιδέες, στελέχη, δίκτυα και την πολιτική γλώσσα μέσα από την οποία μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον ίδιο της τον ρόλο στον κόσμο.
Η μάχη δεν αφορά μόνο όπλα – αφορά το ποιος διαμορφώνει τις ιδέες
Εδώ βρίσκεται μια διάσταση της σύγχρονης γεωπολιτικής που συχνά υποτιμάται.
Η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο με αεροπλανοφόρα, μαχητικά, πυραύλους και στρατιωτικές βάσεις.
Μετριέται και από το κατά πόσο οι ίδιες του οι ελίτ πιστεύουν στη νομιμότητα της ισχύος που διαθέτει.
Μια υπερδύναμη μπορεί να έχει τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει κρίση αυτοπεποίθησης στο εσωτερικό της.
Εάν ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα των μελλοντικών ελίτ της θεωρεί την εξωτερική της πολιτική εγγενώς παράνομη, αποικιοκρατική ή διεφθαρμένη, τότε περιορίζεται σταδιακά και η πολιτική δυνατότητα άσκησης ισχύος στο εξωτερικό.
Αυτό δεν απαιτεί κάποια μυστική συνωμοσία.
Αρκεί η μακροχρόνια μετατόπιση ιδεών, κινήτρων και θεσμικών προτεραιοτήτων.
Το Ισραήλ ως πεδίο της μεγαλύτερης ιδεολογικής σύγκρουσης
Το Ισραήλ βρίσκεται πλέον στο κέντρο αυτής της αντιπαράθεσης.
Η έντονη κριτική κατά της ισραηλινής πολιτικής είναι φυσικά θεμιτή μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν από την κριτική συγκεκριμένων κυβερνητικών πολιτικών περνά κανείς σε γενικευμένες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες το Ισραήλ ή ένα αόριστο «ισραηλινό λόμπι» ελέγχει την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Τέτοιες απόλυτες ερμηνείες μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε συνωμοσιολογική ή και αντισημιτική αφήγηση και δεν περιγράφουν την πολυπλοκότητα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Ωστόσο, η πολιτική σημασία τους είναι πραγματική.
Το Ισραήλ μετατρέπεται από σύμμαχο που εξετάζεται με βάση τις πράξεις του σε σύμβολο μιας πολύ μεγαλύτερης εσωτερικής διαμάχης για τον ρόλο της ίδιας της Αμερικής στον κόσμο.
Αν χτυπηθεί η συμμαχία ΗΠΑ–Ισραήλ, αλλάζει ολόκληρη η Μέση Ανατολή
Για τους αντιπάλους της σημερινής αμερικανικής περιφερειακής αρχιτεκτονικής, μια βαθιά ρήξη μεταξύ Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ θα είχε τεράστια στρατηγική αξία.
Όχι μόνο επειδή θα αποδυνάμωνε το Ισραήλ.
Θα έστελνε μήνυμα σε ολόκληρη την περιοχή ότι οι αμερικανικές συμμαχίες μπορούν να διαβρωθούν υπό εσωτερική πολιτική πίεση.
Αυτό θα ενίσχυε όσες χώρες επιδιώκουν μια μετα-αμερικανική τάξη πραγμάτων στη Μέση Ανατολή.
Και θα δημιουργούσε κίνητρο σε ακόμη περισσότερα κράτη να αναζητήσουν νέους μηχανισμούς ασφαλείας.
Η Τουρκία βλέπει μια ιστορική ευκαιρία
Η Άγκυρα εδώ και χρόνια επιχειρεί να παρουσιάσει την Τουρκία όχι απλώς ως σύμμαχο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ αλλά ως ανεξάρτητο κέντρο ισχύος.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θέλει η Τουρκία να μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα:
με τις ΗΠΑ,
με τη Ρωσία,
με την Κίνα,
με τα κράτη του Κόλπου,
με τον μουσουλμανικό κόσμο,
και με την Ευρώπη.
Η νέα συνεργασία με Σαουδική Αραβία και Πακιστάν ταιριάζει απόλυτα σε αυτή τη στρατηγική αυτονομίας.
Όσο η αμερικανική παρουσία εμφανίζεται περισσότερο αβέβαιη, τόσο αυξάνονται τα περιθώρια για την Τουρκία να προβάλλει τον εαυτό της ως εναλλακτικό στρατιωτικό και πολιτικό πόλο.
Η Σαουδική Αραβία δεν θέλει πλέον να έχει μόνο μία επιλογή
Το ίδιο ισχύει –με διαφορετικούς όρους– για το Ριάντ.
Η Σαουδική Αραβία δεν χρειάζεται απαραίτητα να εγκαταλείψει τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Χρειάζεται όμως να αποδείξει ότι δεν εξαρτάται αποκλειστικά από αυτές.
Η διαφορά είναι τεράστια.
Ένα Ριάντ με εναλλακτικές επιλογές αποκτά μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στην Ουάσινγκτον.
Μπορεί να συνομιλεί με την Κίνα.
Να εμβαθύνει τις σχέσεις του με το Πακιστάν.
Να αναπτύσσει κοινές στρατηγικές με την Τουρκία.
Και ταυτόχρονα να παραμένει σημαντικός εταίρος των ΗΠΑ.
Αυτό είναι το μοντέλο του πολυπολικού κόσμου που αναδύεται.
Και στο βάθος η Κίνα
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη μεγάλος παίκτης που επωφελείται από κάθε αποδυνάμωση της αποκλειστικής αμερικανικής επιρροής.
Η Κίνα.
Δεν απαιτείται να υπάρχει κάποια επίσημη ή μυστική κινεζοϊσλαμική συμμαχία για να δημιουργούνται παράλληλα συμφέροντα.
Η Κίνα θέλει έναν κόσμο όπου η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να επιβάλλει μόνη της κανόνες.
Η Τουρκία επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Η Σαουδική Αραβία επιθυμεί πολλαπλές επιλογές.
Το Πακιστάν αποτελεί ήδη έναν από τους στενότερους στρατηγικούς εταίρους του Πεκίνου.
Όλες αυτές οι τάσεις μπορούν να συγκλίνουν αντικειμενικά προς έναν περισσότερο πολυπολικό και λιγότερο αμερικανοκεντρικό κόσμο, χωρίς να απαιτείται κοινό κέντρο διοίκησης.
Το Πακιστάν είναι ο κρίσιμος σύνδεσμος με το Πεκίνο
Από όλα τα κράτη του νέου τριγώνου, το Πακιστάν έχει ίσως τη μεγαλύτερη σημασία ως γέφυρα προς την Κίνα.
Οι σχέσεις Ισλαμαμπάντ–Πεκίνου είναι βαθιές, μακροχρόνιες και στρατηγικές.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε ενίσχυση της πακιστανικής θέσης μέσα σε μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας αναπόφευκτα ενδιαφέρει την Κίνα.
Δεν σημαίνει ότι το Πεκίνο ελέγχει τη νέα συμμαχία.
Σημαίνει όμως ότι η νέα κατάσταση μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της βασικής κινεζικής επιδίωξης:
να μειωθεί σταδιακά η δυνατότητα των ΗΠΑ να λειτουργούν ως μοναδικός εξωτερικός εγγυητής ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.
Η πραγματική μάχη είναι για την αμερικανική αξιοπιστία
Τελικά, όλα καταλήγουν σε μία λέξη:
αξιοπιστία.
Η αμερικανική παγκόσμια ισχύς δεν βασίζεται μόνο στα πυρηνικά όπλα, στα αεροπλανοφόρα ή στο δολάριο.
Βασίζεται στην πεποίθηση των συμμάχων της ότι όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, η Ουάσινγκτον θα βρίσκεται εκεί.
Εάν αυτή η εμπιστοσύνη μειωθεί, οι χώρες δεν χρειάζεται να γίνουν εχθροί των Ηνωμένων Πολιτειών.
Απλώς αρχίζουν να ασφαλίζονται αλλού.
Και όταν αρκετά κράτη κάνουν ταυτόχρονα το ίδιο, το σύστημα συμμαχιών μιας υπερδύναμης αρχίζει να αλλάζει χωρίς να χρειαστεί να καταρρεύσει θεαματικά.
Ο κίνδυνος μιας Αμερικής που αμφισβητεί τον ίδιο της τον ρόλο
Υπάρχει όμως και η εσωτερική διάσταση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αντιμετωπίσουν μια εξωτερική πρόκληση εφόσον υπάρχει ισχυρή εσωτερική συναίνεση για τον ρόλο τους.
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν η εξωτερική πίεση συμπίπτει με βαθιά εσωτερική πολιτική, πολιτισμική και ιδεολογική πόλωση.
Τότε κάθε στρατηγική απόφαση μετατρέπεται σε εσωτερικό πόλεμο.
Ισραήλ.
ΝΑΤΟ.
Κίνα.
Μέση Ανατολή.
Στρατιωτικές δαπάνες.
Πανεπιστήμια.
Μετανάστευση.
Ενέργεια.
Όλα μετατρέπονται σε πεδία εσωτερικής αντιπαράθεσης.
Και μια υπερδύναμη που δυσκολεύεται να συμφωνήσει στο εσωτερικό της για το ποια είναι, δυσκολεύεται αναπόφευκτα να πείσει τον υπόλοιπο κόσμο για το τι είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί.
Δεν χρειάζεται συνωμοσία για να υπάρξει στρατηγική σύγκλιση
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο.
Το Κατάρ, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Κίνα δεν χρειάζεται να βρίσκονται σε κάποιο μυστικό δωμάτιο σχεδιάζοντας από κοινού την παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται.
Αρκεί διαφορετικοί παίκτες, με διαφορετικούς στόχους, να αντιλαμβάνονται ότι μπορούν να κερδίσουν από την ίδια τάση:
μια Αμερική λιγότερο κυρίαρχη, περισσότερο εσωστρεφή και λιγότερο ικανή να επιβάλλει μονομερώς την περιφερειακή τάξη πραγμάτων.
Αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο –και ίσως πολύ πιο σημαντικό– από μια θεωρία συνωμοσίας.
Η Αμερική πιέζεται ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα
Έτσι διαμορφώνεται η μεγάλη εικόνα.
Στο εξωτερικό, κράτη που άλλοτε θεωρούνταν δεδομένα μέλη της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας αναζητούν εναλλακτικές.
Στο εσωτερικό, η συζήτηση για την αμερικανική ισχύ, το Ισραήλ, τις ξένες χρηματοδοτήσεις και τον ρόλο των πανεπιστημίων γίνεται όλο και πιο πολωμένη.
Το ένα φαινόμενο δεν αποδεικνύεται ότι καθοδηγεί το άλλο. Μπορούν όμως να αλληλοενισχύονται.
Όσο μειώνεται η αμερικανική αυτοπεποίθηση στο εσωτερικό, τόσο αυξάνονται οι αμφιβολίες των συμμάχων στο εξωτερικό.
Και όσο περισσότεροι σύμμαχοι δημιουργούν εναλλακτικές δομές, τόσο ισχυρότερο γίνεται μέσα στις ΗΠΑ το επιχείρημα ότι η παλιά παγκόσμια τάξη έχει τελειώσει.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν «πέφτει» η Αμερική
Το ερώτημα είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να προσαρμοστούν εγκαίρως.
Η Αμερική εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια στρατιωτική, τεχνολογική, οικονομική και πολιτισμική ισχύ.
Όμως η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν χάνουν τη θέση τους αποκλειστικά επειδή εμφανίζεται ένας ισχυρότερος στρατός απέναντί τους.
Τη χάνουν όταν οι σύμμαχοί τους αρχίζουν να αμφιβάλλουν, οι αντίπαλοί τους αρχίζουν να συντονίζονται και οι ίδιες αρχίζουν να αμφισβητούν την αξία της ισχύος τους.
Και αυτό είναι που καθιστά τη σημερινή συγκυρία τόσο σημαντική.
Η νέα ευθυγράμμιση Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν, η αυξανόμενη επιρροή του Κατάρ στη δυτική δημόσια σφαίρα και η έντονη ιδεολογική σύγκρουση μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να συγχέονται ως αποδεδειγμένα τμήματα ενός ενιαίου σχεδίου.
Πρέπει όμως να εξετάζονται ως διαφορετικές δυνάμεις που μπορούν να επιταχύνουν την ίδια ιστορική μεταβολή: τη μετάβαση από έναν αμερικανοκεντρικό κόσμο σε μια πολύ πιο ανταγωνιστική και πολυπολική διεθνή τάξη.
Και εάν αυτή η μετάβαση επιταχυνθεί, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στη Μέση Ανατολή.
Θα αλλάξουν ολόκληρη την παγκόσμια ισορροπία ισχύος.

Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.